Η Επόμενη Μέρα

όλη μέρα σήμερα ξεκούραση.

ταινίες, δίσκοι στο κρεββάτι, παγωτό σε ψηλά ποτήρια, μετατροπή του στρώματος μου σε τραμπολίνο από τη Ραφαηλία (μαμά, να κάνω μία πήδα; τι να κάνεις; μία πήδα), εμπνευσμένα δώρα και το αποτέλεσμα; αν και σηκώθηκα ελάχιστα σήμερα, νιώθω πως ακόμα δεν έχω επανέλθει εντελώς.

έτσι, λέω να αφιερώσω και την αυριανή μέρα στην ξεκούραση μιας και όλοι, μικροί-μεγάλοι θα λείπουν απ' το σπίτι.

καλή νύχτα και Χρόνια Πολλά.

Χρόνια Πολλά

"Το έπ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη".

ανέκαθεν ο κυρ Αλέξανδρος ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας.

στα εννιά μου κάποια Χριστούγεννα, πήρα δώρο από τη μητέρα μου μια στοίβα βιβλία, μεταξύ των οποίων ήταν και ένα δικό του.

ακόμα το έχω
ακόμα το διαβάζω
και είναι από τα ελάχιστα που δεν έχω δανείσει ποτέ.

το βιβλίο εκείνο, ήταν η αφορμή της αγάπης μου για τον Παπαδιαμάντη.
τότε πρωτόμαθα τι σήμαιναν τα Χριστούγεννα γι' αυτόν.

φυσικά δεν ήταν μόνο ο Παπαδιαμάντης.

ήταν η γιαγιά που μάς ξυπνούσε αχάραγα τη μέρα των Χριστουγέννων, να πάμε στην εκκλησία.
ήταν η ευλάβεια που είχαμε ως οικογένεια.
ήταν η πίστη που περνούσε από γενιά σε γενιά
-γιατί τελικά, αυτά που σφραγίζουν την παιδική μας ηλικία, αυτά ακριβώς μας καθορίζουν σε όλη την υπόλοιπη ζωή.

για μένα τα Χριστούγεννα, δε σημαίνουν (μόνο)
δώρα - γλυκά - επισκέψεις - φωτάκια - τραγούδια

σημαίνουν πολύ περισσότερα.

σημαίνει πως η μέρα των Χριστουγέννων, αγγίζει πραγματικά την καρδιά μου.
σημαίνει πως αυτό που νιώθουμε, το περνάμε στα παιδιά μας
σημαίνει πως κάποτε, ίσως το περάσουν κι αυτά με τη σειρά τους, στους ανθρώπους που θα αγαπήσουν.

εύχομαι ολόψυχα σε όλους χρόνια καλά κι ευλογημένα.

Χρόνια Πολλά.

Χρόνια Πολλά.

Βόλτα στα Καλύβια

στο αυτοκίνητο.
ρωτώ: αυτός ο μοχλός, γιατί είναι κάτω από το κάθισμα μου;
Χρόνης: ποιος;
δείχνω: ΑΥΤΟΣ!

τον σηκώνω και το κάθισμα μου πηγαίνει πίσω με δύναμη, χτυπάει τα πόδια της Ελένης που κάθεται ακριβώς πίσω μου (ΜΑΜΑ-ΑΑ!!) και κάνει τον Χρόνη να μου μιλήσει αυστηρά:

-αυτά, δεν τα κάνουμε ποτέ όταν το αυτοκίνητο είναι εν κινήσει! ελπίζω να έμαθες το μάθημα σου!!
(σκύβω το κεφάλι ταπεινά)
-μάλιστα..

στο φανάρι σταματάμε δίπλα σε ένα λεωφορείο που είναι από τη μεριά της Ραφαηλίας.

Ελένη: Ραφαηλία χαιρέτα τον κόσμο δίπλα.
Ραφαηλία: χαιρετάω, να! (κουνάει το χέρι της λες και βρίσκεται στο κατάστρωμα του Τιτανικού)
μισογυρίζω και τις μαλλώνω: καλέ, σταματήστε! πάλι ρεζίλι θα γίνουμε;;;
Ραφαηλία: μαμά, μια κοπέλα με χαιρετάει κι αυτή!

Ραφαηλία: ανυπομονώ να πάμε αύριο για τα κάλαντα.
Χρόνης: θα τα λες κι εσύ Ελένη;
Ραφαηλία: ναι, αχχ ναι, εγώ θέλω, αυτή δε θέλει!
Ελένη: δε θα 'σαστε καλά που θα λέω τα κάλαντα! εγώ θα πηγαίνω μόνο τη μικρή.

προτείνω τάχα αδιάφορα: να σας πω κάτι. δε θέλετε να πάρετε κάτι μαζί σας να κερνάτε τον κόσμο στα μαγαζιά;

(μόλις το λέω, αρχίζω να τραντάζομαι από τα γέλια)

το Ραφάκι ενθουσιάζεται: ναι μαμά, ναι, ναιιιι. τι ωραία ιδέα! να δίνουμε κι όχι να παίρνουμε μόνο! τι να κερνάμε;

κάνω πως σκέφτομαι: κουραμπιέδες! καλύτερα όχι.. λουκούμια!! εσύ θα λες τα κάλαντα κι η Ελένη θα 'χει ένα δισκάκι με λουκούμια να κερνάει τον κόσμο!

Η Ελένη γυρνά στη Ραφαηλία: είναι τόσο έξυπνη η μαμά σου, που νομίζει πως δε τη βλέπω πως κάνει απ' τα γέλια, νομίζει πως περνάει απαρατήρητη. εδώ το κάθισμα πάει να φύγει, αυτή χαμπάρι..

το Ραφάκι: μα να μη πάρουμε κέρασμα;;
κι η Ελένη: ΟΧΙ!

βλέποντας τη μικρή απ' τον καθρέφτη του αυτοκινήτου να κλείνει τα ματάκια στον ήλιο, τη συμβουλεύω : Ραφαηλία, ο ήλιος σε χτυπάει στα μάτια. ίσιωσε τα γυαλιά σου μωρό μου, θα στραβωθείς

Ραφαηλία: εντάξει είναι έτσι μαμά; είναι μέσα τα μάτια μου;
Ελένη: ναι. και τα πέντε!


πάει κι αυτή η Κυριακή κι ας καρτερούμε μια άλλη
....................................

τη φωτογραφία την τράβηξε η Ελένη: ήταν απλά υπέροχο το φεγγάρι έτσι όπως ανέτειλε :)

Απόψε

απόψε βγήκαμε από το Μάκρο ο Χρόνης σπρώχνοντας το καροτσάκι με τα ψώνια κι εγώ κρατώντας στο χέρι ένα σακουλάκι με κουλουράκια.

στο αυτοκίνητο έβαλα τον Δίεση, άνοιξα τα κουλουράκια και μασουλώντας τα, μιλούσα ταυτόχρονα στον Χρόνη λέγοντας του, πόσο μας συμφέρει να βγάλουμε "ελευθέρας" για την Αττική οδό
(δεν μου αρέσει καθόλου να σταματάμε και να βγάζουμε εισιτήριο, αυτό ήταν το βασικό μου επιχείρημα).

χαχάνιζα χαρούμενη, γιατί πολύ μου άρεσε το όλο σκηνικό, γιατί όλα μέσα μου είχαν ισιώσει, γιατί τα Χριστούγεννα ήταν σε λίγες μέρες, γιατί δίπλα μου ήταν ο Χρόνης του '84 (με πολύ λίγες αλλαγές), γιατί ήμουν εκεί που έπρεπε την ώρα που έπρεπε.

βρήκαμε εύκολα θέση να παρκάρουμε, φέραμε τα ψώνια σπίτι, μίλησα στο τηλέφωνο με μια φίλη που με θυμήθηκε μετά από καιρό και πήρα το email που μου έστειλε η Ραφαηλία:

καλα Χριστουγενα Μαμα σου ευχωμαι να εισαι σως και αβλαβεις, να τρως καλα, θα ειμασται παντα κωντα σου:)))))))))))

ετοίμασα το βραδυνό φαγητό, σέρβιρα στα παιδιά, χάιδεψα τις γάτες, τσέκαρα αυτά που έπρεπε και κάθησα στον υπολογιστή μου.

Χριστούγεννα ξανά.
Χριστούγεννα μαζί.

κι όταν η ζωή, σου χαρίζεται απλόχερα.

Χρόνια Πολλά!

..και δώσε μου κι ένα φιλάκι

χτες βράδυ ο Χρόνης ζήτησε να πάει κάποιος από μας να αλλάξει μια λάμπα στην αποθήκη ηλεκτρικών ειδών.

η λάμπα είναι από αυτές της οικονομίας ενέργειας (αν λέγεται έτσι) και την είχαμε πάρει με μεγάλο βιδωτό (σίγουρα δε λέγεται έτσι, αλλά εσείς καταλαβαίνετε τι εννοώ) ενώ ο Χρόνης ήθελε με μικρό (βιδωτό).

μόλις ρώτησε λοιπόν
-παιδιά, ποιος θα πάει να την αλλάξει αύριο;

εγώ κατευθύνθηκα βιαστικά προς την κουζίνα, η Ελένη κάτι μουρμούρισε και πήγε στο δωμάτιο της κι έμεινε μόνο η κουμπάρα η οποία προθυμοποιήθηκε λέγοντας:
-να πάω εγώ Χρόνη μου.

σας έχω μιλήσει για την κουμπάρα μας: είναι μια μεγάλη γυναίκα εβδομηντακάτι χρονών, με μια ιδιαίτερη αφέλεια, που μας αγαπάει πολύ.
το ίδιο κι εμείς φυσικά.

-ωραία Μαρία (είπε ο Χρόνης), πάρε τη λάμπα και ζήτα να σου την αλλάξουν.
-τι να μου δώσουν;
-μια άλλη, ίδια, αλλά με μικρό βιδωτό.
-τι είναι το βιδωτό;
-το παιδί της βίδας

πετάχτηκα εγώ, αλλά ουδείς γέλασε με το ευφυολόγημα μου.

-βιδωτό είναι αυτό που βιδώνει, είπε ο Χρόνης
ενώ εγώ πετάχτηκα ξανά και φώναξα
-μπράβο δάσκαλε!μ' ενθουσιασμό.

-ααα, εγώ δεν ξέρω απ' αυτά είπε η κουμπάρα
Ελένη, δε μου γράφεις σ' ένα χαρτί τι θέλει ο πατέρας σου ακριβώς; να το δώσω στο μαγαζί, αυτοί θα καταλάβουν.
-
αμέσως!είπε το παιδί και πήγε στο γραφείο του, όπου πήρε ένα χαρτάκι κι έγραψε την παραγγελία.

μόλις τελείωσε, σηκώθηκε από την καρέκλα, να πάει το χαρτί στην κουμπάρα .

πετάχτηκα και μ' ένα σάλτο βρέθηκα στην πόρτα της:

-στάσου! της είπα ψιθυριστά.
-τι είναι μαμά; ανησύχησε η μικρή
-γράψε κάτω κάτω "δώσε μου ένα φιλάκι"

η Ελένη άρχισε να χαχανίζει.

-θα το δώσει στον πωλητή μαμά.
-ακριβώς! γράφε!!
-είσαι σίγουρη;
-βρε γράφε που σου λέω!


σιγά μη δε το 'κανε.
το ετοίμασε και της το πήγε πρόθυμη:
-ορίστε

η κουμπάρα το έβαλε στην τσάντα, κάθισε λίγο ακόμα μαζί μας, κι έπειτα μας καληνύχτησε κι έφυγε.

.......................................................
σήμερα κατά τη μία ήρθε φουριόζα από το σπίτι να μας φέρει τη λάμπα.

-τι έγινε Μαρία, την άλλαξες;
-ναι, αμέ! ορίστε η καινούρια.
-έδωσες το χαρτάκι στον υπάλληλο;
-πως δεν το 'δωσα!
-και δε σου 'πε τίποτα;
-τι να μου πει; γελούσε.
-κάνα φιλάκι δε σου 'δωσε;
-τι λες καλέ; γιατί να μου δώσει φιλάκι ξένος άνθρωπος;; δε μου λες, θες να σου πάρω τίποτ' άλλο;


ο πειρασμός ήταν εκεί μπροστά μου.
είμαι συνετός άνθρωπος και δεν παρασύρομαι εύκολα.

όμως πόσο θ' αντέξω η γυναίκα;;
λίγο θέλω να τη στείλω στο μανάβη, με ένα πιο τολμηρό σημείωμα.
να γράφει πχ
"αγόρι μου, σε θέλω λάγνα"

μετά τιμής
κουμπάρα..

Το δώρο του Αη Βασίλη

Ευγενία said...

καλά Χριστούγεννα Ραφαηλάκι :)
τι ζήτησες από τον αη βασίλη να σου φέρει για δώρο;


Ραφαηλία said...

Ευενια καλα Χριστουγεννα
δεν ζητισα δωρο αλλα εκανα μια λιστα:)

Οι παλιοί μας φίλοι

μη, μου το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μην το πεις
για πάντα φύγαν.
μη, το 'μαθα πια
τα παλιά βιβλία,
τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν..

κι όμως θα σκύψω απ' την κερκόπορτα και θα μπω ξανά στα παλιά..
εκεί, όπου βρίσκονται ακόμα οι παλιοί μας φίλοι, τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια.που δεν έφυγαν ποτέ.
 

αν κοιτάξεις προσεκτικά τα μαγαζιά του δρόμου μας, βλέπεις μέσα απ' αυτά να σκιαγράφονται, εκείνα που υπήρχαν πριν.
αν εστιάσεις το βλέμμα, το ανόητα πολυτελές κατάστημα ανδρικών ρούχων εξαφανίζεται και σιγά σιγά το σκιώδες περίγραμμα του "κατεψυγμένα αφοι Ιωακειμίδη" παίρνει τη θέση του.
το δημοτικό σχολείο δεν υπάρχει καν: ο κινηματογράφος που πηγαίναμε παιδιά, βρίσκεται ξανά στη γωνία.
 

και η παλιά μου φίλη απ' την Δ' δημοτικού γελάει δυνατά όπως συνήθιζε από τότε.
 

τίποτα δεν έφυγε.
 

δεν έπαψα ποτέ να διαβάζω τα παλιά μου βιβλία.δεν έπαψα ποτέ να ακούω τα παλιά μου τραγούδια.

για μένα δεν ίσχυσε το

"όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
"

γιατί δεν έκοψα ποτέ ούτε ένα γεφύρι.
οι μέρες οι παλιές, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μου
 

που είναι πάντα εδώ.

H Aκκα στη Φάτνη

η Ακκα στη Φάτνη.

ξυπνάω το βράδυ, με την αίσθηση πως κάποιος με παρακολουθεί κι είναι η γάτα στη σκεπή της φάτνης.

μια γάτα που ποτέ δε βγάζει τα νύχια της, όσο και να την πειράξουμε.

μια γάτα που μάζεψε το Ραφαηλάκι παγωμένη και τότε, ίσα που χωρούσε στην παλάμη μας.

μια γάτα που μπήκε στην καρδιά μας, για να μη βγει ποτέ.

ξυπνάω το βράδυ, με την αίσθηση πως κάποιος με παρακολουθεί
κι είναι τα μάτια της Ακκας που κάθεται στη σκεπή της φάτνης.

Στο γυρισμό

 
Χρόνης: έχουν πάρει τη μουσική από γνωστά τραγούδια και έχουν βάλει τους στίχους.
Eλένη: αυτό το τραγούδι ξέρετε πότε βγήκε;
 

το πενηντακάτι.
 

Ελένη: ναι, στη δεκαετία του πενήντα.
Ραφαηλία: αυτό είναι για σένα μαμά!
 

γιατί; Επειδή είναι του πενήντα;
 

Ραφαηλία: όχι. επειδή είναι ωραίο κι επειδή σ' αγαπώ.

(μέσα στο αυτοκίνητο γυρίζοντας σπίτι από τη σημερινή μας βόλτα και κάνοντας το αυτοκίνητο για άλλη μια φορά σχολικό :)

Χειμώνιασε



χειμώνιασε..

την ώρα που γυρίζαμε με το Ραφάκι, έπεφτε ένα χιονόνερο, που μας άφηνε σταγόνες στα μπουφάν.

φορέσαμε τις κουκούλες και τρέξαμε μέχρι το σπίτι.

χειμώνιασε.

ξανά.

Tα παρατράγουδα



κι από τη μουσική, στα παρατράγουδα του σχολείου μας.

"εξαφανίσου από μπροστά μου, να μη σε βλέπω" φώναξε η Κυρία στη Ραφαηλία κι αυτή, πήγε και κάθησε στο θρανίο της με το κεφάλι κάτω.

είχε κάνει το έγκλημα να μη γράψει μία λέξη (το "είναι"), στην άσκηση που τους είχε βάλει στη γλώσσα.

όμως, δεν της έφτασε αυτό:
την έβαλε τιμωρία να γράψει 100 φορές τη φράση "θα γράφω όλες τις ασκήσεις μου ".

η Ραφαηλία πρόλαβε μόνο τις είκοσι φορές, οπότε η Κυρία της είπε να συνεχίσει σπίτι της και να της φέρει την τιμωρία, στο επόμενο μάθημα, μιας και
"δεν έχεις να κάνεις και τίποτα άλλο σπίτι σου!".

τώρα τι ακριβώς περίμενε να κάνει ένα επτάχρονο σπίτι του, απορίας άξιον.

της είπε επίσης πως "σε λίγο θα ξεχάσεις και την αλφα-βήτα"

πως

" η αδερφή σου ήταν πολύ καλύτερη από σένα"
(κατάφωρο ψέμμα, όχι μόνο γιατί η αδερφή της δεν υπήρξε καλύτερη μαθήτρια, αλλά γιατί, ιδέαν δεν έχει ποια είναι η αδερφή της)

πως

"στην αρχή ήσουν καλή και τώρα τεμπελιάζεις!"
(κάνοντας την να νιώσει την αδικία όσο περισσότερο γίνεται)

είπε κι άλλα (εγώ είμαι καλύτερη από τους γονείς σας, γιατί εγώ σας μαθαίνω πράγματα)

έκανε κι άλλα (έβαλε ένα παιδί με το θρανίο του να "βλέπει" τον τοίχο, κολλητά, τιμωρία)

και θα πει

και θα κάνει.

να δούμε που θα φτάσει..


υγ
το μόνο που φοβάμαι, είναι πως η Ραφαηλία, η οποία είναι καλή μαθήτρια και αγαπά το σχολείο, κάποια στιγμή σίγουρα, θα το μισήσει.

και τότε, Κυρία μας, τι θα κάνουμε;

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου


Εκκοκκιστήρια Β'

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό
σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά
και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ.
Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια να
κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή
δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει.
Φώτα και μηχανές μες απ' τα τζαμωτά μας άφηναν
να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας
μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει.
Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής.
Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε
σχεδόν σκορπίσει.

To Λεύκωμα


σε αυτό το ποστ, θα είμαι σύντομη, έτσι ώστε να προλάβω να το γράψω, προτού αλλάξει γνώμη η Ελένη και μου το απαγορεύσει.

παράθεσις γεγονότων:

η Ελένη πηγαίνει στην α' δημοτικού.
ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα μπαλέτου και αγγλικών
(μην ακούσω τσιμουδιά, όλοι έτσι κάνουμε με τα πρώτα παιδιά).

θέλει όμως με πάθος να παρακολουθήσει και μαθήματα παραδοσιακών χορών, τα οποία δίνονται στο σχολείο άπαξ της εβδομάδος.
να της χαλάσει το χατήρι η μαμά;
οπωσδήποτε όχι!

(αυτή την τραυματική περίοδο, όπου η δασκάλα των παραδοσιακών, πούλησε στα παιδιά κασέτες με τραγούδια τύπου "ωρέ βλάχα μ' ουμουρφιάαα μ'" και τα 'βαζε η Ελένη τέρμα στο στερεο κάθε ευλογημένη μέρα, δεν θα τη σχολιάσω)

εν τω μεταξύ, το παιδί τα κατάφερνε σε όλα μια χαρά (εγώ δεν τα κατάφερνα που έπρεπε να τρέχω σαν τον Βέγγο, κάθε μέρα να προλαβαίνω να τη πηγαίνω σε όλα).
και χορούς μάθαινε και τραγουδάκια Αγγλικά κι αστέρι ήταν στο να διαβάζει και να γράφει.

έτσι χαρούμενα κυλούσε αυτή η χρονιά, με την πολυάσχολη Ελένη και την ουρά-της-Ελένης-μαμά, να τρέχουν αμφότερες, ώσπου ασθμαίνοντας (εγώ) φτάσαμε στην Ανοιξη.

γύρω στον Μάιο λοιπόν, μια συμμαθήτρια της Ελένης, της έδωσε το πρώτο της λεύκωμα.
Το πήραμε, γυρίσαμε σπίτι, συγκινηθήκαμε με τον Χρόνη (το πρώτο λεύκωμα του παιδιού, αχχχ, μεγάλωσε, αχχχχ, πότε πέρασε ο καιρός που φορούσε πάνες, αχχχ, θα παντρευτεί και δεν θα το πάρουμε είδηση) και αφού το καμάρι μας έφαγε, έπλυνε τα χέρια του και όλα τα συναφή, κάθισε να γράψει και στο λεύκωμα.

ο Χρόνης πήγε να κοιμηθεί, εγώ να κάνω ένα καφέ και να καπνίσω κάτω από τον απορροφητήρα (τότε ακόμα κάπνιζα).

δεν πέρασε πολύ ώρα και να 'σου την και η Ελένη.
έσβυσα το τσιγάρο και τη ρώτησα:

"μωρό μου, τέλειωσες κιόλας;"
"ουουου εύκολο ήταν"
"για δώσε να δω τι έγραψες"

πήρα το λεύκωμα και κάθησα στην καρέκλα.
το άνοιξα. όμορφα γράμματα, σαφείς προτασούλες, ειλικρινείς.

χαμογέλασα καθώς διάβαζα τις ερωτήσεις "ποιο μάθημα σας αρέσει;" και "το χρώμα σας ποιο είναι;"

Και φτάνω στην ερώτηση

"ποιος χορός σας αρέσει;"
για να διαβάσω από κάτω την απάντηση, γραμμένη με τη χαρακτηριστική γραφή της Ελένης:
"Λαμπάντα, Μακαρένα και Συρτός στα δύο"

άιντε, καραγκού-, γκούνα, καραγκούνα
άιντε με σαγιά, σαγιά και με ζιπούνιααα

υγ

αυτά, γραμμένα από μένα, που χτες το βράδυ, είπα στα παιδιά και στον Χρόνη:

"καλέ, μ' εχετε δει να χορεύω πυρίμαχο;"

Οι μαργαρίτες


-πεινάω, δε μου 'βαλες πολλές μαργαρίτες!
-τι δε σου 'βαλα;
-μαργαρίτες. και πεινούσα.
-τι είναι οι "μαργαρίτες";
-αυτά που μου είχες βάλει για το σχολείο.
-τα μπισκότα;
-ναι. εγώ τα λέω "μαργαρίτες".
-και τα κρουασάν πως τα λες; παπαρούνες;
-Ττ λέω "μαργαρίτες" γιατί μοιάζουν με μαργαρίτες. τα κρουασάν δε μοιάζουν με κάτι.
-πως δε μοιάζουν!!
-με τι;
-δε σου λέω. είναι αηδιαστικό!
-έλααααα...
-έλα/ξέλα δε θα σου πω. δε μου λες, πραγματικά σου είχα βάλει και ένα κρουασανάκι. δεν το 'φαγες;
-το 'φαγα, αλλά ήθελα και μαργαρίτες!
-τώρα θέλεις;
-θέλω!
-έλα, πάμε..

Το άρωμα της αγάπης

απόψε, περνώντας από την Αττική, άκουσα στο ράδιο του αυτοκινήτου μια διαφήμιση της Estee σχετικά με το καινούριο της άρωμα.

μιλούσε για τριαντάφυλλα, φρούτα, νότες αρωματικές, όλα αυτά που (κατά τη γνώμη του διαφημιστή) το κάνουν να ξεχωρίζει απ' όλα τ' άλλα.

εκτός φυσικά από τα συστατικά του, έλεγε και για τη γοητεία που χαρίζει σε όποια το φοράει.

ακούγοντας το, θυμήθηκα την εποχή που γύρω στα δεκάξι μου, παιζόταν μια συγκεκριμένη διαφήμιση στην τηλεόραση:
βλέπαμε τότε, ένα τραίνο να μπαίνει σε κάποιον σταθμό κι ένα νέο άντρα, ο οποίος περίμενε την κοπέλα του κρατώντας λουλούδια.

το τραίνο φτάνει, η κοπέλα κατεβαίνει, κοιτάζει γύρω της με τη σχετική αγωνία και το βλέμμα της φωτίζεται βλέποντας τον καλό της.
ταυτόχρονα τη βλέπει κι αυτός κι αρχίζουν να τρέχουν ο ένας προς το μέρος του άλλου.
αυτή πέφτει στην αγκαλιά του κι αυτός τη σφίγγει γελώντας.

και τότε ακούγεται μια σαγηνευτική φωνή που λέει:
τόσκα!!! ζωντανεύει το άρωμα της αγάπης.και το ζευγάρι σφίγγεται ευτυχισμένο με το άρωμα της Τόσκα να τους τυλίγει σα σύννεφο.


ένα σαββατόβραδο λοιπόν, με τον φίλο μας το Γιώργο (καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται) περιμέναμε να δούμε τον Φυγάδα (σήριαλ της εποχής) όταν προβλήθηκε η συγκεκριμένη διαφήμιση.

όταν, μετά τη σαγηνευτικη φωνή "..ζωντανεύει το όνειρο της αγάπης", ακούστηκε η χαρακτηριστική φωνή του Γιώργου:

"αν χρειάζεται η Τόσκα για να ζωντανέψει το όνειρο της Αγάπης, τότεεε χέστα!!"

μα, πόσα χρόνια πέρασαν; κι ακόμα το θυμάμαι
μάλλον δεν θα το πάρω το καινούριο άρωμα της Estee

αυτό το "χέστα" προφανώς με έχει επηρεάσει δια παντός

(και υποψιάζομαι όχι μόνο στην αγορά των αρωμάτων).

Τα Χαρτομάντηλα



κορίτσιαα, περιμένετε!!
Ελένη: τι είναι;
χαρτομάντηλα σας έβαλα;
Ελένη: ναι βρε μαμά! σταμάτα πια μ' αυτά τα χαρτομάντηλα.
Ραφαηλία: μας έβαλες, ναιιιι, γεια σου, γεια, ώρα καλήηηη..
άντε βρε καραγκιόζη, που θα με κοροϊδέψεις κιόλας!
θέλω να τρέχει η μύτη σου και να μην έχεις χαρτί, να σε δω τότε τι θα κάνεις..
Ραφαηλία: θα ζητήσω απ' τη Δήμητρα.
τα χαρτομάντηλα δεν πρέπει να λείπουν ποτέ από την τσέπη σας!!
Ελένη: γιατί δεν υπάρχει καντίνα στο σχολείο να αγοράσουμε..
στο σχολείο σας δεν υπάρχει πια ούτε θρανίο να καθήσετε, καντίνα θα υπάρχει;
Ραφαηλια: εμείς έχουμε καντίνα.
εσείς δεν κάνατε κατάληψη.
Ελένη: αργήσαμε, πάμε Ραφαηλία!
φιλί καλέ!!
Ελένη: xx
Ραφαηλία: xx
Eγ: και να προσέχετε, ε;

μπαίνουν στο ασανσέρ

παιδιάαα!
Ελένη: έλα;!
χαρτομάντηλα σας έβαλα;

..τ' όνειρο μου


αν θυμηθείς τ' όνειρό μου
σε περιμένω να 'ρθεις
μ' ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι
με φως να ντυθείς


σάμος, πυθαγόρειο, άνοιξη του '87.

πνιγηρά όλα κι οι διανυκτερεύσεις στους φαντάρους, δεν δίνονται εύκολα.
μόνο όταν είσαι παντρεμένος και μένεις στο νησί.

αλλά, το καλό το παληκάρι βρίσκει κι άλλο μονοπάτι: παντρευτήκαμε.

οι δυο μας, κρυφά απ' όλους.

για τις διανυκτερεύσεις.
για να 'μαστε μαζί.
για πάντα.

(κοίτα που το "για πάντα" μερικές φορές κρατάει)

Το ροζ καπέλο

 
-έλα να σε χτενίσω που θα 'ρθουν επισκέψεις.
-δεν πειράζει, να, θα βάλω αυτό το καπέλο.
-μωρό μου, είναι πολύ μεγάλο.


δε φαίνονται ούτε τα μάτια της.
ξανθά μαλλιά μέχρι τον ώμο κι ένα βαμβακερό καπέλο, που της σκεπάζει όλο το κεφαλάκι και πέφτει μέχρι την αρχή της μύτης.

-στάσου να στο σηκώσω

της το φτιάχνω στα γρήγορα: κάνω ένα γείσο, που σηκώνεται ψηλά, στο μέτωπο και φαίνεται όλο το προσωπάκι της.

μεμιάς, τρέχει και κοιτάζεται στον καθρέφτη

-χαχχχχ έτσι είμαι σαν καραβαίος!
-σαν τι;
-σαν καραβαίος!!


(υποθέτω πως εννοεί αυτούς που δουλεύουν στα καράβια)
το κουδούνι χτυπάει, τρέχει ν' ανοίξει.
...................................................

καλό παρασκευατόβραδο λοιπόν

(καραβαίοι και μη).

Β' δημοτικού

"...γιατί είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι" είπε ο Γιόχαν γέρνοντας προς τη Μαριάνε (κάτω από το διεισδυτικό βλέμμα του λατρεμένου Μπέργκμαν το μακρινό '73).

έτσι θέλω να πιστεύω για τη δασκάλα μας.
πως είναι συναισθηματικά αναλφάβητη.

γιατί είπε στα παιδάκια, πως δεν υπάρχει Αγιος Βασίλης αλλά οι μπαμπάδες τούς φέρνουν τα δώρα.

γιατί είπε στη Ραφαηλία, πως δεν υπάρχει η Νεράιδα του δοντιού αλλά η μαμά παίρνει το δόντι κάτω από το μαξιλάρι και στη θέση του αφήνει ένα δωράκι.

γιατί είπε πως όλα αυτά είναι παραμύθια.

και γιατί τέλος, αν πιστέψω πως δεν πρόκειται περί συναισθηματικού αναλφαβητισμού, αλλά πως πρόκειται για κάτι άλλο, διαφορετικό, θα γυρίσει ξανά την ταινία ο Μπέργκμαν.

με άλλο τίτλο.

με άλλη υπόθεση.

αλλά, από εκεί ακριβώς που βρίσκεται!

Πήρα το γράμμα σου χτες βράδυ

καλό μου,

σήμερα πήγαμε στο καρφουρ της Ανω Γλυφάδας.
έτσι λέγεται η συγκεκριμένη περιοχή.

ο Χρόνης, ενώ το παρκινγκ ήταν τεράστιο σα γήπεδο, πήγε και πάρκαρε δίπλα από το αυτοκίνητο δυο νιόπαντρων, κολλητά, έτσι που δε μπορούσε να μπει μέσα η νιόπαντρη

(καλή τους ώρα των ανθρώπων, γιατί του ειπαν να μην αφήνει το παράθυρο ούτε μια χαραμάδα ανοιχτό, καθότι αν βρέξει θα μπει όλη η βροχή μέσα).

έπειτα κατηφορίσαμε προς το σούπερ μάρκετ.

πήραμε ένα μεγάλο καρότσι, γυρίζαμε στους διαδρόμους και ρίχναμε μέσα ό,τι μας γυάλιζε στο μάτι.

αφού το γεμίσαμε με "τροφήματα" που λέει και το Ραφάκι, ανεβήκαμε στον επάνω όροφο να επιθεωρήσουμε και τα μη "τροφήματα".

είδα ένα ωραίο ψαράδικο τζην, όμως όταν πήγα να το δοκιμάσω, κατάλαβα πως δεν ήταν ψαράδικο, αλλά παιδικό.
δωδεκαετής έχω πάψει να είμαι εδώ και αρκετό καιρό και έτσι το άφησα πίσω στο ράφι και συνέχισα την περιπλάνηση μου.

ούτε σκατολοίδι βρήκα.
προφανώς έχουν πάψει να παράγονται τα σκατολοίδια (είπε ο Χρόνης) λόγω αδιαφορίας του αγοραστικού κοινού.

"και με τι καθαρίζουν οι νοικοκυρές τις λεκάνες τους;" ρώτησα εκνευρισμένη "με το δάχτυλο;"

βρήκαμε όμως ωραίες οικολογικές ντομάτες, μπανάνες, γάλα, αυγά και μήλα.

φιστικς δε βρήκαμε, αλλά πήραμε καλλιμάνης.

τα μαναβικά δεν τα ζυγίσαμε κι έτσι φτάνοντας στο ταμείο, ο Χρόνης άδειασε τα ψώνια κι η ταμίας έστειλε εμένα να ζυγίσω τις μπανάνες και τα μήλα.

με ξαναέστειλε και για τις ντομάτες, διότι ξέχασε να μου τις δώσει την πρώτη φορά.

πληρώσαμε, βγάλαμε κάρτα καρφούρ (και κανονική και σε μοντέλο μπρελόκ) και πήγαμε προς την έξοδο.

όπου ο Χρόνης στην έξοδο ρωτάει τον υπάλληλο, από που μπορεί να πάει στο αυτοκίνητο.

σιωπή.
ο υπάλληλος δεν καταλαβαίνει.
ο Χρόνης τον ξαναρωτάει.
ο υπάλληλος του δείχνει το δρόμο από τον οποίο μπορεί να φύγει με το αυτοκίνητο.
ο Χρόνης του τονίζει πως δεν θέλει να φύγει με το αυτοκίνητο, αλλά θέλει να ανεβεί στο πάρκινγκ όπου αυτό είναι παρκαρισμένο.
και αυτό θέλει να το κάνει με τα ποδαράκια του ( ο απερίσκεπτος!)

εγώ απορώ με όλα αυτά, γιατί μια ανηφόρα μας βγάζει απευθείας στο πάρκινγκ.
κι ο υπάλληλος απορεί, γιατί όλοι από κει ανεβοκατεβαίνουν: και πεζοί και αυτοκίνητα.

ο Χρόνης απορεί με μας που απορούμε, γιατί υπάρχει σαφέστατη ταμπέλα η οποία απαγορεύει την πρόσβαση των πεζών.

τέλος, παρανομούμε και την ανεβαίνουμε κι εμείς: εγώ σπρώχνοντας το καρότσι κι ο Χρόνης μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο σχετικά με τους κανονισμούς και τις παραβάσεις τους.

φτάνοντας, τον αφήνω να βάλει τα πράγματα στο πορτ μπαγκαζ και χώνομαι στο αυτοκίνητο κουρασμένη και σφίγγοντας στην αγκαλιά μου ένα σακουλάκι πατατάκια γεύση κέτσαπ.

στο δρόμο δεν είχε κίνηση.
βρήκαμε εύκολα και παρκάραμε.

την επόμενη φορά όμως, θα πάμε στο καρφούρ του Αλίμου.
το προτιμώ τελικά.
έχει και φιστικς για τα παιδιά και πιο άνετο πάρκινγκ, μια χαρά το βρίσκω :)))

αυτά είναι τα νέα της καινούριας μας εβδομάδας.

τα των σχολείων, των καταλήψεων και τα λοιπά, θα στα πω άλλη ώρα.

προς το παρόν
σε φιλώ
και
τα λέμε
ξανά


Μ.

το σήμερα είναι το αύριο που φοβόσουν χτές.

Σάββατο


Σάββατο

των ταινιών

της μουσικής

της αγκαλιάς

του γέλιου

του χαμόγελου

του ψίθυρου

του κύκλου

της κουβέρτας

της κουβέντας

των κοριτσιών

του χορού

του τραγουδιού

της παντομίμας

της μονόπολης

των Simpsons

της καραμέλας

της βροχής


το δικό μας
......

Νοέμβριος


ποιος να μας το 'λεγε
ο ουρανός πως θα 'μενε
ο ίδιος
τα σύννεφα πως πάντα έτσι
λευκά
θα φούσκωναν
σχήματα αλλάζοντας
κι εμείς
μετά από τόσα χρόνια
-ποιος να μας το 'λεγε-
πως θα κρατιόμασταν
ακόμα
από το χέρι

Απολογισμός Σαββατοκύριακου



το σαββατοκύριακο
ήρθε και πέρασε γρήγορα.

πολύ γρήγορα.
όπως πάντα.

τι κάναμε
τι δεν κάναμε
τι θα ήθελα να κάνουμε

σάββατο το πρωί, η Ελένη κι εγώ, συναντήσαμε την una mama και την Γκέλυ.

με την una mama μιλάμε στα blogs σχεδόν από τότε που πρωτοξεκινήσαμε, γνωρίσαμε και την κορούλα τηςλ

με το που την είδα (τη μικρή), ένιωσα τέτοια συμπάθεια, που άπλωσα το χέρι μου και της χάιδεψα τα μαλλιά, χειρονομία, που έκανε την Ελένη να μου πει κοφτά:
"μη της πιάνεις τα μαλλιά, της τα λαδώνεις!"

μετά, είπα χαζεύοντας τον Καλατράβα "καλέ, κοιτάχτε μια ωραία κούνια!"
νομίζοντας ότι αποτελεί εφέ κάποιου λούνα παρκ και η una με ρώτησε:
"τον Καλατράβα λες κούνια;"

ήταν όμορφα.
ακόμα καλύτερα: ήταν άνετα.

δεν υπήρξε αμηχανία, τα κορίτσια μιλούσαν μεταξύ τους κι αντάλασσαν msn,  εμεις πίναμε τον καφέ μας και λέγαμε (σχεδόν) ταυτόχρονα τα νέα μας.

έπειτα τα κορίτσια έφυγαν κι η Ελένη κι εγώ περιδιαβαίναμε στο mall μέχρι να έρθει ο Χρόνης να μας μαζέψει.

την υπόλοιπη τραυματική εμπειρία θα σας την πω στα γρήγορα:

ο Χρόνης ήρθε, πάρκαρε στο γκαράζ και μας περίμενε, εμείς χαθήκαμε στο γκαράζ και τον ψάχναμε σαν τις τρελλές κόρες, για καλη μας τύχη μετά από τρία τέταρτα τον βρήκαμε και μετά μπλοκάραμε την έξοδο με το λάθος εισιτήριο που είχε βγάλει ο Χρόνης, αυτός πήγε να βγάλει καινούριο και μένα μου την έπεσε η Ασφάλεια από το μεγάφωνο, δίνοντας μου κοφτές διαταγές του τύπου " δεν ξέρετε να οδηγείτεεεε; πάρτε το αυτοκίνητο σας από κει, εμποδίζετε την έξοδο" και γώ έτοιμη ήμουν να απολογηθώ στην ασώματη φωνή, πως, ναι, ήθελα να μάθω να οδηγώ στα δεκαοχτώ μου, αλλά η μαμά μου δεν μ' άφηνε γιατί φοβότανε τ' αυτοκίνητα κι έτσι έφτασα στα πενήντα μου να μην ξέρω που ειναι το αμπραγιαζ και κυρίως ΤΙ είναι το αμπραγιάζ.

όμως, στο βάθος του τούνελ φάνηκε ο Χρόνης που ανέβαινε με την ησυχία του την ανηφορίτσα προς την έξοδο κι αφού φώναξα "έρχεται καλέ, έρχεται" μπήκα στ' αυτοκίνητο, έβαλα τη ζώνη και περίμενα να την κάνουμε στα γρήγορα.
στα πολύ γρήγορα.

το Σάββατο μίλησα αρκετά στο τηλέφωνο με αγαπημένη φίλη.
μιλήσαμε και μιλήσαμε και μιλήσαμε και ήμουν ευτυχής, γιατί λόγω ίωσης, μου είχε πολύ λείψει και είχαμε ένα σωρό νέα (και παλιά) να ανταλάξουμε.
στη διάρκεια του τηλεφωνήματος, έβαλα πλυντήριο, ετοίμασα το βραδυνό, τακτοποίησα τα πλυμένα και καθάρισα τον νιπτήρα.

την Κυριακή πήγαμε βόλτα στην παραλία.
μαζέψαμε βοτσαλάκια, αναπνεύσαμε βαθιά τον θαλασσινό αέρα, το Ραφάκι μας βρήκε κι έναν μικρό αστερία που είχε πετάξει η θάλασσσα.
τον πήραμε και τον βάλαμε στο αυτοκίνητο, δίπλα σ' έναν μεγαλύτερο που είχαμε βρει στο ίδιο μέρος.

το Ραφάκι τον τακτοποίησε προσεκτικά και μετά γύρισε και είπε στον Χρόνη:
μπαμπά, κοίτα μη το σανιδώσεις!

έκπληκτοι κοιταχτήκαμε με τον Χρόνη, αυτό το παιδί, που πάει και τις ψωνίζει τέτοιες εκφράσεις αρα γε;
-γιατί αν το σανιδώσεις θα πέσουν οι αστερίες!

και η Κυριακή έκλεισε με την Αμελί.
τραύμα.
μεγάλο.

δε φταίει που η Αμελί είναι αλλόκοτη σαν φάτσα.
δε φταίει που χώνει την περίεργη μύτη της παντού.
δε φταίει που κάνει ανοησίες.

φταίει που είναι τόσο η ίδια όσο και η ταινία απίστευτα σαχλή.
τόσο σαχλή, που δεν μπόρεσα να κοιμηθώ από τα νεύρα.
τόσο σαχλή, που ο γύψινος νάνος που συμπρωταγωνιστούσε έπαιζε καλύτερα από δαύτην.
τόσο σαχλή που δεν είδα το τέλος της ταινίας.
στις δύο έκλεισα το dvd σιχτιρίζοντας.

όμως θυμήθηκα τη συνάντηση μου με τα κορίτσια στο mall, το τηλεφώνημα με την καλή μου φίλη και τους αστερίες της Ραφαηλίας και χαμογέλασα.
ευχαριστημένη.

ήταν τα ζύγια που ισορροπούσαν στον Απολογισμό του Σαββατοκύριακου.

κι έκαναν να βαραίνουν τα καλά, τόσο, που η ασώματη φωνή, η Αμελί κι άλλα δυο - τρία χαζά γύριζαν στην απλή, κανονική τους διάσταση: αυτή του ασημάντου.

καλή βδομάδα να 'χουμε λοιπόν.
και όλοι εσείς οι οδηγοί, είπαμε, ε; Να μη το σανιδώνετε.

αλλιώς, οι αστερίες θα σας πέσουν κάτω.

κι άντε μετά να ψάχνετε, να βρείτε ζύγια..

Οπως όλες οι βραδιές

να τα αποτελέσματα όταν δουλεύω χωρίς τα σωστά εργαλεία!
που είναι το σκατό λοίδι μου; ε; που;;

ο Χρόνης κάνει τον αδιάφορο: άρπαξε κι αυτός ίωση και δεν τον ενδιαφέρει διόλου αν εγώ παιδεύομαι ή όχι.
η Ελένη έχει κατάληψη κι αυτό σημαίνει ύπνος και ατέλειωτα τηλεφωνήματα.
η Ραφαηλία για το μόνο που νοιάζεται είναι τα μαθηματικά στην καθημερινή της ζωή.

(-να σου μετρήσω ανάποδα από το είκοσι, δύο-δύο;
-για πες..
-εικοσι, δεκαοχτώ, δεκάξι .....δύο
-μπράβο μωρό μου!
-τώρα θα σου μετρήσω δύο-δύο μέχρι το πενήντα.
-σε λιγάκι εντάξει;
-δύο, τέσσερα, έξι..
-σε λιγάκι καλε! σφουγγαρίζω, πήγαινε πιο κει!
-δεκατέσσερα, δεκαέξι..
- δεκάξι ξυλιές θα σου ρίξω στον πωπό σου, φύγε λέωωω
-χαχχχχχ δεκαοχτώ, είκοσι..)


και για το πότε θα έρθει η Δήμητρα να παίξουνε

(-κυρία Μαριλένα, να έρθω σπίτι σας σήμερα;
-όχι.
-τέσσερις είναι καλά;
-όχι.
-καλά, θα πω στη μαμά μου, να με φέρει στις τέσσερις
-όχι.
-τα λέμε από κοντά. γεια).


οι γάτες κυνηγιούνται σ' όλο το σπίτι, μετά τις έντεκα το βράδυ, παρασύροντας στο διάβα τους τρελόμπαλες, πλέϊ μομπίλ, Μπάρμπι και ό,τι άλλο μετακινείται, αφήνοντας πισω τους συντρίμια και θυμίζοντας τον ύμνο:

των εχθρών τα φουσάτα περάσαν
σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά


ο Οράτιος πετάει όλο το φαί από το κλουβί του στο κεφάλι της χελώνας.
αυτή ανεβαίνει στο βράχο της και περιμένει να την ταίσουμε.

όταν επιτέλους κατά τη μία αρχίζει το law and order κι έχει όλο το σπίτι ησυχάσει, τα παιδιά κοιμούνται, ο Χρόνης διαβάζει, οι γάτες έχουν κουραστεί να παίζουν, ο Οράτιος έχει χώσει το κεφαλάκι του στη φτερούγα κι η χελώνα έχει κατέβει από το βράχο της μέσα στο νερό, αυτή η ησυχία μου φαίνεται λίγο παράξενη.

χαμηλώνω τη φωνή στην τηλεόραση, μην ακουστεί ο ήχος κι αρχίσουμε ξανά.

(-από το ένα μέχρι το εκατό, δύο-δύο θέλεις;
-όχι!
-δύο, τέσσερα, έξι, οχτώ, δέκα..)


καλή σας νύχτα.

Ο Γενάθλιος Χάρτης

τι σχέση μπορεί να έχει ένα πολιτικός με έναν επιχειρηματία, ένας αστυνομικός με έναν ξεναγό, ένας ψυχίατρος με έναν στρατιωτικό, ένας θεραπευτής με έναν προγραμματιστή;

κανείς δε μπορεί να το βρει;

μα είναι πολύ απλό: ανήκουν όλοι στο ίδιο ζώδιο..
είναι ακόμα πιο απλό: αυτή είναι η λίστα με τα επαγγέλματα που ταιριάζουν στο παιδί σας, αν ανήκει στο ζώδιο του Σκορπιού.

αν όμως είναι Ζυγός, μη τολμήσει και κάνει κάτι άλλο εκτός από: εκτιμητής, τραγουδιστής, μοντέλο, κομμωτής, διακοσμητής ή αισθητικός!!
θα αποτύχει παταγωδώς!!

έτσι εξηγείται γιατί ο Χρόνης ποτέ δεν διορίστηκε ως μαθηματικός.
ως κομμωτής ή αισθητικός, πιστεύω πως θα διέπρεπε.

για τραγουδιστής δεν το συζητώ καθόλου! τραβάει πολύ στη μεγάλη πίστα.
να 'κανε και μια λεύκανση στα δόντια, να 'χει το χαμόγελο της ύαινας και θα 'κοβαν φλέβες για πάρτη του..

όμως, που μυαλό εκείνα τα χρόνια..
άκουγαν για ζώδια και τους έπιανε αυτο το γαργαλητογέλιο, παπαπα!
αφήστε που αντιμετώπιζαν κι αυτούς που τα πίστευαν ως αλαφροίσκιωτους.

κι έτσι ο Χρόνης, αντί να περπατά καμαρωτός καμαρωτός στην πασαρέλα (ένα άλλο εναλλακτικό επάγγελμα που θα του ταίριαζε γάντι) περπατά μέχρι το γραφείο του και χάνεται στον κόσμο της πληροφορικής.

για τα κορίτσια δεν το συζητώ καθόλου.
η μεγάλη προσφέρεται για: οικονομολόγος, κτηματίας, χρηματιστής, εργολάβος, οικοδόμος, τραπεζίτηςκαι η μικρή αντίστοιχα ως: ηθοποιός, χορευτής, διευθυντής, επιχειρηματίας, ελεύθερος επαγγελματίας.

έτσι, οικογενειακώς, βγήκαμε από το άγχος του "τι θα κάνουν τα παιδιά;".
τα φωνάξαμε μια βραδιά, τα καθήσαμε απέναντι μας στο τραπέζι και τους δώσαμε από ένα χαρτί:

-τι ειν' αυτό; ρώτησε η Ελένη
-διαλέξτε. κάποια από αυτή τη δουλειά θα κάνετε όταν μεγαλώσετε.
-εγώ δεν ξέρω να διαβάζω, είπε η Ραφαηλία. τότε πήγαινε ακόμα προνήπιο.
-εμένα δεν μ' αρέσει καμμιά απ' αυτές τις βλακείες! είπε η Ελένη
-σ' αρέσει-δε σ' αρέσει κάποια απ' αυτές θα την κάνεις σίγουρα. το λεει το ζώδιο σου!! την επέπληξα αυστηρά.
-εγώ θέλω να γίνω γιατρός για σκυλάκια και γατάκια (Ραφαηλία)
-λυπάμαι. δεν έχει τέτοιο επάγγελμα η λίστα.
-γιατί παιδί μου είσαι έτσι αντιδραστική; δεν σου αρέσει να γίνεις εργολάβος ή χρηματιστής; ρώτησε ήπια ο πατέρας της.
-εγώ θέλω να γίνω γιατρός για σκυλάκια και γατάκια, ξαναείπε με επιμονή η Ραφαηλία.
-μπρος! γιάτρεψε την αδερφή σου που δε βλέπει το συμφέρον της, την προέτρεψα εγώ.
-η αδερφή μου δεν είναι σκυλάκι ή γατάκι!
-όχι!. είναι μουλάρι με τέτοιο πείσμα που έχει!
-ααα μαμά, για πρόσεξε πως μιλάς! εγώ δε σε προσβάλλω
-και τα μουλάρια θα γιατρεύω, όχι μόνο τα σκυλάκια και τα γατάκια..

κι έτσι συνεχίστηκε ο διάλογος, μέχρι που νύσταξε η Ραφαηλία κι αποκοιμήθηκε στο τραπέζι.

τα παιδιά δεν τα πείσαμε τελικά, αλλά ευελπιστώ πως κάποτε ίσως..
..........................................

υγ
έρχομαι να συμπληρώσω τούτο: επειδή είδα στα (σχεδόν όλα μέχρι τώρα) σχόλια, πως πήρατε στα σοβαρά το κείμενο (βρε, δεν προσέξατε τον τίτλο "γενάθλιος χάρτης";), πως όλα, μα όλα, μα όλα περί ζωδίων τα βρίσκω πραγματικά άθλια.
Μα εντελώς όμως.
Και ακριβώς αυτό είναι που θέλω να τονίσω γράφοντας όσα έγραψα: τη γελοιότητα τους!!

Το σκατό λοίδι

όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έτσι κι εγώ, έχω ένα χόμπι: κάθε Σάββατο απόγευμα πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ.

όχι απλά "πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ",όχι βέβαια!
το διασκεδάζω!
μ' αρέσει!
τρελλαίνομαι!

πως οι άλλοι πάνε στα μπουζούκια;

αντί λοιπόν κι εγώ να πάω ν' ακούσω την κυρία Ζήνα να μετράει "ένα" και να μας δείχνει προτεταμένο το ένα της δάχτυλο, να εμπεδώσουμε τι είναι ακριβώς το "ένα", προτιμώ να περιπλανιέμαι στους διαδρόμους του Βασιλόπουλου.

αντί να βλέπω κάποιον Κακοφωνίξ να χτυπιέται στην πίστα "ήταν η ζωή μου κόλαση", προτιμώ να χτυπάω προσφορές και ευκαιρίες στα καλάθια του Makro.

διαλέγω ένα μεγάλο, ένα πολύ μεγάλο κατάστημα (συνήθως carrefour ή makro), και ξεκινάμε.

τα τρόφιμα σαφώς δεν με ενδιαφέρουν.
ξεμπερδεύω μαζί τους σύντομα και έπειτα ασχολούμαι με την ουσία της υπόθεσης: παζλ για τα παιδιά, κούπες, κασετίνες, αθλητικές κάλτσες, συσκευές, μακώ μπλουζάκια, μαξιλάρια, παπλώματα και άλλα πολλά.

σπάνια δεν πηγαίνω την καθιερωμένη μου επίσκεψη.
μόνο όταν αρρωσταίνω δηλαδή.
κι αυτό το Σάββατο ήμουν στην ανάρρωση.
κι έμεινα σπίτι.

έφτιαξα όμως μια λίστα στο Χρόνη, να πάει αυτός να ψωνίσει, όχι φυσικά μακριά, αλλά στον Βασιλόπουλο της γειτονιάς μας.
ετοίμασα τη λίστα και την πήγα.

λίγα πράγματα έγραφα κι αυτά ήταν τα εξής:
τυρί τριμμένο
αυγά
γάλα
μπανάνες
πατατούλες
κρεμμυδάκια

ήμουν άρρωστη, όμως σύρθηκα μέχρι το γραφείο του και του έδωσα τον κατάλογο:

-αυτά θέλω.

τον πήρε, τον διάβασε και μου είπε:
-είσαι σίγουρη; μη με ξαναστείλεις αύριο πάλι. λίγα μου φαίνονται.
-σίγουρη, σίγουρη. έχουμε απ' όλα, μας φτάνουν για μια βδομάδα.
-για δες τα καλύτερα.
-εεε, αφου σου λέωωω..α, α, θυμήθηκα: δεν έχουμε το τέτοιο!!
-ποιο είναι το τέτοιο;
-αυτό που καθαρίζουμε το εσωτερικό της λεκάνης. το ανταλλακτικό!! ξέρεις ποιο σου λέω!
-όχι, δεν ξέρω
-και γιατί να ξέρεις; μήπως έχεις καθαρίσει εσύ, ποτέ τη λεκάνη;
-αυτό είναι το θέμα τώρα; αν έχω καθαρίσει τη λεκάνη;
-αυτό το τρίγωνο, το γαλάζιο, το σφουγγαρένιο, που μπαίνει στην άσπρη λαβή και καθαρίζω;
-δεν καταλαβαίνω.
-θα καταλαβεις! κάτσε να στο γράψω

και παίρνω τη λίστα και γράφω "σκατό λοίδι"
-ορίστε!
-τι ειν' αυτό; "σκατολοίδι";δ εν το πιστεύω!! το 'γραψε και δύο λέξεις : σκατό και λοίδι.
-να πας να το ζητήσεις από την υπάλληλο!
-μα τι λες τώρα; είναι ποτέ δυνατόν να πάω στην υπάλληλο και να της πω "που έχετε τα σκατολοίδια;"
-γιατί, ντρέπεσαι;
-δεν είσαι με τα καλά σου!
-πες της το εσύ κι αυτή θα καταλάβει..
-εγώ τέτοιο πράγμα δεν το λέω!τ ι άλλο γράφεις; πατατούλες, κρεμμυδάκια; τι εννοείς; τα θέλεις μικρά;
-κανονικά.
-και γιατί τα γράφεις μικρά;
-χαϊδευτικά..
-θα πάρω ό,τι βρω. θες κάτι άλλο;
-θέλω
-γράφτο!
-γράφτο εσύ. κουράστηκα, δεν έχω και τα γυαλιά μου.

πήρε τη λίστα και το στυλό:

-έλα, λέγε
-παγωτό απ' τη δωδώνη
-άλλο;
-πάρε κι ένα topine.
-άλλο;
-σε ποιο σούπερ μάρκετ θα πας;
-στο Βασιλόπουλο.
-μμμ, το σκατό λοίδι στο είπα;;;


περιττόν να πω, πως τελικά δεν μου το έφερε.
είπε πως δεν το βρήκε.
αφού δε ρώτησε, πως να το βρει;

κι έτσι αναγκάζομαι και καθαρίζω τη λεκάνη με τα πανάκια της χλωρίνης.
μέχρι να έρθει το επόμενο Σάββατο, να πάω να το κατεβάσω η ίδια από το ράφι.

και να πω και πως ακριβώς λέγεται..

Βραδιά Γενεθλίων



χτες βράδυ, δύο καλεσμένοι ήρθαν στα γενέθλια μου.
ο ένας ήταν ο αδερφός μου. η άλλη η κουμπάρα μου.

δεν θα επεκταθώ στη βραδιά των γενεθλίων, ούτε για το πως ήμουν σωριασμένη στην πολυθρόνα, ούτε για τις υποδείξεις που είχα για τον καθένα, τύπου "τα τετράγωνα κουταλάκια είναι του παγωτού, βάλε τα άλλα", ούτε για τις ανόητες απαντήσεις τύπου "γιατί, τα τετράγωνα δε χωράνε στο στόμα;", αλλά θα σας "πω" λίγα απ' όλη τη βραδιά, να δείτε τι τράβηξα η γυναίκα.
και δεν ήταν μόνο ένας ο ένοχος, αλλά όλοι.
ανεξαιρέτως.

ο αδερφός, ο οποίος με το που μπήκε μου είπε:
-θυμάσαι καθόλου το τραγούδι του Ζαμπέτα "ο πενηντάρης";
-εεε, λίγο, κάτι θυμάμαι
-"όταν έφτανες πενήντα
στην παλιά την εποχή
σου φωνάζαν όλοι "γέρο,
άντε και καλή ψυχή".
-με υποχρέωσες!
-χαχχχχ τώρα τη σύγχυσες τη μαμά! συνήθως λέει "με υπερχρέωσες" σαν αυτή την ηλίθια διαφήμιση. μπράβο θείε!

η κουμπάρα μου, η οποία σταθερά κάθε δέκα λεπτά, έλεγε:
-πω πω, αρρώστησες και δεν ήρθε η φιλενάδα σου! πω πω, πω πω!!
λες και αφ' ενός επίτηδες το έκανα και αρρώστησα, αφ' ετέρου, καμμία σημασία δεν είχε που εγώ καιγόμουν, σημασία είχε πως η κουμπάρα είχε φτιαχτεί να δει τη φίλη μου!

η Ραφαηλία, η οποία κάθε πέντε λεπτά, ρωτούσε:
-εγώ θα σβύσω το κεράκι, ε μαμά;
-ναι μωρό μου.
-πρώτα εγώ και μετά εσύ, ε;
-ναι μωρό μου.
-αν δεν θέλεις να το σβύσεις εσύ, δεν πειράζει. ξαναφυσάω εγώ για σένα.
-καλά μωρό μου.

η Ελένη, η οποία εκείνη την ώρα βρήκε να κάνει ένα "σοβαρό τηλεφώνημα".
 όταν τη φώναξα μουρμούρισε δυσαρεστημένη:
-τι θέλεις;
-κάθησε καλέ μαζί μας.
-σε λίγο. τώρα μιλάω για κάτι σοβαρό.

την ξαναφώναξα μετά από δέκα λεπτά και τη ρώτησα:

-για την κατάληψη μιλάτε παιδί μου;
-όχι μαμά. για κάτι άλλο.
-μα τι συμβαίνει επιτέλους; να ανησυχήσω;
-για τις διακοπές λέμε. όταν τελειώσουμε το σχολείο, το καλοκαίρι.

ο Χρόνης, ο οποίος, είχε βρει ένα κεφάτο θέμα για συζήτηση, σχετικά με το νερό που χρειάζεται η μηχανή του αυτοκινήτου και το λάδι (που χρειάζεται η μηχανή του αυτοκινήτου) και το ότι δε μπορείς να έχεις ειδικό σκουπάκι για να καθαρίζεις το εσωτερικό του αυτοκινήτου (γιατί πιάνει χώρο) κι ότι στην ηλικία του δεν μετράει αυτός τον αέρα (στα λάστιχα του αυτοκινήτου), αλλά βάζει το παιδί στο βενζινάδικο να το κάνει (γιατί ό,τι μπορεί αυτός να αποφύγει, θα το αποφύγει, αααα, αυτά τα έκανε ο ίδιος όταν ήταν νέος, τώρα του τελείωσε).

το κλού της βραδιάς ήταν η τούρτα.
που την πήραμε από τη Δωδώνη (πολύ μας αρέσει η Δωδώνη εμάς. η Δωδώνη κι ο Τσίρος).

στείλαμε λοιπόν την Ελένη να πάρει τούρτα καραμέλα.
ο υπάλληλος της είπε, πως είχε μεν τούρτα καραμέλα, αλλά ήταν στον ψύκτη καθότι το κανονικό ψυγείο είχε χαλάσει.
η Ελένη την πήρε την τούρτα.
και η τούρτα ήταν εξαιρετική.
σήμερα. γιατί χτες ήταν παγωμένη και ίσα που κοβότανε.

η καραμέλα ήταν λίγο πικρή, αλλά ο αδερφός μου, υπέρμαχος της πικρίλας μας τόνιζε πως:
"στη φύση υπάρχουν οι εξης γεύσεις: η γλυκειά, η ξινή, η πικρή κι η αλμυρή. κι εμεις έχουμε εξαφανίσει την πικρή, που κάνει παρα πολύ καλό. αδυνατίζει..." και δεν θυμάμαι τι άλλο κάνει, στο "αδυνατίζει" κόλλησα.
κάποια στιγμή ένιωσα απίστευτα κουρασμένη και σύρθηκα μέχρι το κρεββάτι μου.
οι υπόλοιποι ετοιμάστηκαν να φύγουν.
η κουμπάρα γιατί ήθελε να δει το "δέκα" (που δεν είναι η ταινία, έμαθα πως έχει βγει και σήριαλ), ο αδερφός μου γιατί είχε δουλειά.
πρώτα έφυγε η κουμπάρα, αφού μου ευχήθηκε "και του χρόνου, πολύχρονη, περαστικά", μισοτρέχοντας για να προλάβει να δει το δέκα (που σας είπα, δεν είναι η ταινία. αλλιώς θα μ' έκανε πολύ να ανησυχήσω η εμμονή της κουμπάρας να δει τα κοτσιδάκια της Μπο Ντέρεκ..
μετά από λίγο ετοιμάστηκε κι ο Δημήτρης, που αφού μου έδωσε το δώρο μου (το οποίο πρόκειται πάντα περί χρηματικού ποσού, ακολουθούμενου από τη φράση "πάρε ό,τι σου αρέσει" και πολύ μου αρέσει όντως το συγκεκριμένο δώρο) μου είπε:

-θυμήθηκα και το υπόλοιπο.
-ποιο υπόλοιπο;
-όταν έπιανες πενήντα
μια φορά κι ένα καιρό
ήθελες δυο νοσοκόμες
κι ένα μόνιμο γιατρό..

βρε λες;
μπαααα..

Jurassic Park


χτες βράδυ, είχα μία από τις συνηθισμένες μου κρίσεις προσωπικότητας.

καθότι (όπως έχουν ήδη διαπιστώσει όσοι με γνωρίζουν αρκετά καλά) εντός μου, κατοικούν δύο κυρίες:
η άνετη και χαλαρή Μαριλένα 1, η οποία με μια κομψή κίνηση του κεφαλιού της αναθέτει σε όποιον από την οικογένεια έχει την ατυχία να βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή κοντά της, μια δουλειά του σπιτιού και
η τρελλή νοικοκυρά Μαριλένα 2, που την πιάνει κρίση νοικοκυροσύνης, πάντα, μετά τις έντεκα το βράδυ.

λίγο πριν τα μεσάνυχτα λοιπόν, οργώνω το σπίτι με το γυάλινο βλέμμα ενός γνήσια τρελλού και ξεσκονίζω, καθαρίζω, μετακομίζω, τακτοποιώ, αποθηκεύω, φτιάχνω στοίβες με πράγματα που θέλω να χαρίσω, οργανώνω ντουλάπες και σιφονιέρες, φτιάχνω λίστες υποχρεωτικών εργασιών όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας (που οφείλουν να τις κάνουν αν θέλουν να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο) και άλλα του ιδίου ύφους.

χτες βράδυ, ξεκίνησα την επιθεώρηση μου από το δωμάτιο των παιδιών.

η Ραφαηλία (φυσικά) κοιμόταν ενώ η Ελένη με ακολουθούσε κατά πόδας με την αγωνία ζωγραφισμένη έντονη στο πρόσωπο της.

προσπέρασα βιαστικά τα αυριανά τους ρούχα που κρέμονταν έτοιμα να φορεθούν την επομένη το πρωί, έσκυψα κάτω από τα γραφεία τους μουγκρίζοντας δυσαρεστημένη από τη θέα των μολυβιών και των μικροπαιχνιδιών που ήταν αραδιασμένα στο χαλί και σηκώθηκα, σαρώνοντας το υπόλοιπο δωμάτιο στο λεπτό.

και τότε ΤΟΝ ΕΙΔΑ!
ακριβώς πάνω από το κουτί που τυλίγεται το ρολό της μπαλκονόπορτας ένας μεγάλος δεινόσαυρος, όπου πάνω του σωριάζονταν όλη η σκόνη των χιλιετιών που μεσολάβησαν από την εξαφάνιση του, μέχρι να εύρει τον δρόμο να σκαρφαλώσει και να αναπαυθεί πάνω στο κουτί του ρολό!

γύρισα και κοίταξα την Ελένη:
-δε μου λες, μήπως θυμάσαι πόσους ακριβώς μήνες σου λέω να κατεβάσεις αυτό το απολίθωμα και να το καθαρίσεις; ρώτησα με ιδιαίτερα γλυκειά φωνή.
-μμμμ, ναι, καλά μαμά, θα το κάνω αύριο οπωσδήποτε, απάντησε το μωρό μου ελαφρώς φρικαρισμένο.
-όχι αγάπη μου, δεν θα το κάνεις αύριο..
-εντάξει, μου χαμογέλασε το αθώο παιδί. θα το κάνω το Σαββατοκύριακο.
-τώρα θα το κάνεις βρε!! που θα μου πεις το Σαββατοκύριακο! σιγά μη το κάνεις τα Χριστούγεννα. 'ή καλύτερα το καλοκαίρι. τι λές; να το αφήσουμε για το καλοκαίρι καλύτερα;;
-τώρα; να βάλω τη σκάλα να το κατεβάσω τώρα;
-ακριβώς! μήπως έχεις αντίρρηση;

δεν είπε τίποτα. πήγε κι έφερε τη σκάλα, ανέβηκε στα γρήγορα και κατέβασε τον δεινόσαυρο.

της τον τράβηξα στην κυριολεξία από τα χέρια και έτρεξα στο μπάνιο, όπου τον έπλυνα και τον έπλυνα και τον έπλυνα μέχρι να φύγει όλη η αστρική σκόνη από πάνω του.
έπειτα, τράβηξα την κουρτίνα και τον άφησα στη μπανιέρα να στεγνώνει.

τρεις ώρες μετά το σπίτι ήταν ήσυχο.
όλοι κοιμόντουσαν, μέχρι κι οι γάτες είχαν κουραστεί να παίζουν ποδόσφαιρο με τις τρελλόμπαλες της Ραφαηλίας και γουργούριζαν ήσυχες.
η μια στην πλάτη της Ελένης (που γι' αυτό το λόγο κοιμάται πάντα μπρούμυτα) κι η άλλη στο καλάθι της στο διάδρομο.

εγώ, έβλεπα law and order.
τελείωσε το law και πήγα στο μπάνιο να πλύνω τα δόντια μου: το law πάντα μου προκαλεί συγκινησιακό πρόβλημα και το βλέπω έχοντας δίπλα μου απόθεμα σοκολατών.

τράβηξα την κουρτίνα της μπανιέρας (η κλειστή κουρτίνα με παραπέμπει στο Ψυχώ και στη Λάμψη) για το βράδυ.

και στη μπανιέρα μέσα βρισκόταν μια τεράστια πράσινη σαύρα.

κι εγώ ήμουν ολομόναχη στο μπάνιο.

κι η σαύρα μου χαμογέλασε.

κι εγώ έπεσα στο δάπεδο.

και τότε, σε μια στιγμή απίστευτης διαύγειας, κατάλαβα πως ο Hitchcock, ο Kubrick κι ο Spielberg, εκδικήθηκαν κι οι τρεις μαζί την τρελλή νοικοκυρά, χτες το βράδυ στο Παγκράτι στις τρεις η ώρα το χάραμα..

η μαμά τους προφανώς, ποτέ δεν θα καθάριζε μετά τις έντεκα το βράδυ...

Cut

Iδιοκτησία


μ' αυτό κολλημένο στην πλάτη μου κυκλοφορούσα για ώρες (τη μαύρη μου ζακέτα βλέπετε, είναι εντελώς εκ του φυσικού η φωτογραφία).

δεν έχω να πω, τίποτε άλλο..

Θυμάμαι..

τον Φρέντυ Γερμανό ως εκφωνητή ειδήσεων στην τηλεόραση
το Πέϋτον Πλέις
το πολυτονικό
τη μπλε ποδιά
την καθημερινή έπαρση της σημαίας στο σχολείο
τις ντίσκο της Πλάκας
τη μπουάτ του Γιάννη Αργύρη που άνοιγε από το απόγευμα
το Σάββατο που πήγαινα σχολείο
το San Rival στο Αλσος μας
τα καλύτερα μας χρόνια
τη θεία Ολγα (που) ξέρει
τα καρέλια που κυκλοφορούσαν σε μικρό πακέτο, δέκα τσιγάρων
τα πάρτυ που γίνονταν πάντα Σαββατόβραδα
το without you και το Angie
το American House στο Σύνταγμα και τις θεσπέσιες μηλόπιτες που σέρβιρε
τον Φυγάδα και τη Μάχη
το "Να η ευκαιρία"
τον Παύλο Σιδηρόπουλο στο Κύτταρο
τον Παναθηναϊκό στο Γουέμπλεϊ
τον Αγνωστο Πόλεμο
το σταθμό του Πολυτεχνείου "εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο"
τα τραγούδια του Μίκη στο ραδιόφωνο, αμέσως μετά την πτώση της χούντας
τα τρόλευ με εισιτήριο που έκοβε ο εισπράκτορας
τις αφετηρίες των λεωφορείων για Βούλα Βουλιαγμένη στο Ζάππειο
τη διαφήμιση "Σαράφης στα Τρίκαλα, τώρα και στο Παρίσι"
τις γκοφρέτες που είχαν μέσα κάρτες, τις οποίες κολλούσαμε σε άλμπουμ
το "χαρτάκι" που παίζαμε στο θρανίο
τη Βίκυ που τραγουδούσε "Κουτό παιδί"
τα αστυνομικά του Γιάννη Μαρή
τους "ερασιτέχνες" που κάθε βράδυ ακούγαμε στο τρανζιστοράκι κάτω από το μαξιλάρι
τον πρώτο μου δίσκο τετάρτη δημοτικού:Το Περιβόλι Του Τρελλού
την Ελεύθερη Σκηνή στο Αλσος μας
τα τραίνα που είχαν βαγόνια για καπνιστές με τασάκια κάτω από τα παράθυρα
το συντριβάνι της Ομόνοιας
τις επικίνδυνες αποστολές
το Love Story
τον Κλουβιάκο και τη Σουβλίτσα
τους ροκάδες και τους καρεκλάδες
τη συναυλία του Λουκιανού στη Βουλιαγμένη
την αφίσα Why? που είχα στο δωμάτιο μου κι ήταν για το Βιετνάμ
τη Nancy Sinatra
.......................................................................

Ριζική Αναμόρφωση


προχτές (Σάββατο βράδυ) περίμενα την Ελένη να έρθει να δούμε Fawlty Towers.

Το lost δυστυχώς το τελειώσαμε κι έχουμε ξεκινήσει τον εξαίσιο John Cleese όπου από τα γέλια, γονατίζουμε στο κρεββάτι (για να μη πω, κάνουμε βαρελάκια και πέφτουμε στο πάτωμα, αξιοπρεπής οικογένεια!)

ώσπου να έρθει λοιπόν, είχα πάρει το κοντρόλ και γύριζα στα κανάλια, χαζεύοντας μισοκοιμισμένη.
μέχρι που έφτασα στη ΝΕΤ.
κι όχι απλά στη ΝΕΤ, αλλά στη Ριζική Αναμόρφωση.
το έχει δει κανείς;

πρόκειται περί κάποιων ανθρώπων, που ναι μεν έχουν πρόβλημα εμφανισιακό, όμως όλη η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από αυτό.

μπορεί να είναι παντρεμένοι, μπορεί να έχουν παιδιά, μπορεί να είναι σε ηλικία σχετικά μεγάλη, καμμία σημασία: ζουν και ξυπνάνε με το "τι φάτσα ασιδέρωτη έχω πάλι σήμερα!".

ανακάθισα με ανανεωμένο ενδιαφέρον, καθότι είναι πάντα ελκυστικό να βλέπεις μέχρι που μπορεί να φτάσει κάποιος, προκειμένου να διορθώσει την όποια ατέλεια νομίζει πως έχει.

εν τω μεταξύ, ήρθε και η Ελένη, κάθισε δίπλα μου στο κρεββάτι και ρώτησε:
-τι βλέπουμε;
-κοίτα αγάπη μου, κοίτα!
-τι να δω;

-την κυρία που θέλει να πάει να φτιαχτεί.


η εν λόγω κυρία, μας έκανε επίδειξη σχετικά με το πόσο φαρδιά ρουθούνια έχει: είχε χώσει τα δυο της δάχτυλα στο ένα ρουθούνι, όπου πραγματικά χωρούσαν μια χαρά.

-καλέ, κι εγώ μπορώ! αναφώνησα εντελώς ξύπνια πια
-χα! Κι εγώ!
είπε κι η Ελένη και για το επόμενο δίλεπτο προσπαθούσαμε να χώσουμε και μεις τα δάχτυλα μας στο ρουθούνι μας, μάταια όμως.

μετά (η κυρία) έβγαλε τη γέφυρα που είχε στα τέσσερα μπροστινά της δόντια και την έπλυνε.
μετά μας χαμογέλασε χωρίς τη γέφυρα.
μετά ξαναφόρεσε τη γέφυρα.

συνέχισε με το στήθος της πόσο πεσμένο και χάλια είναι και το πραγματικά περίεργο; το σουτιέν που είχε διαλέξει να φορέσει, ούτε ενός κοριτσιού το στήθος δεν θα μπορούσε να κρατήσει.

τέλειωσε με το στήθος και σειρά είχε η κοιλιά της, την οποία κοιλιά τραβολογούσε λέγοντας "δεν είναι κοιλιά αυτό που έχω, δεν είναι, όχι, όχι δεν είναι".

οπωσδήποτε δεν ήταν: τράβα, τράβα τόσα χρόνια, την είχε ξεχειλώσει εντελώς. δεν παίζουμε με το δέρμα μας, αυτό δεν της το είχε μάθει κανείς;
πως να μαζέψει μετά η καημένη η κοιλιά;

έπειτα έκλαιγε από τη χαρά της που τη δεχτήκανε στη ριζική αναμόρφωση.
φιλούσε τον πλαστικό χειρουργό, ο οποίος ήταν εντελώς ανατριχιαστικός: πλαστικός, βαμμένος χάλια και πλαστικός ξανά.
σα μαριονέτα από πολυουθεράνη έμοιαζε.

δεν θα συνεχίσω, γιατί απλώς δεν ειδα άλλο.
η Ελένη κουνιόταν δυσαρεστημένη κι έλεγε "άντε, τι θα γίνει, θα δούμε το Fawlty ή να φύγω;"
διόλου δεν την ένοιαζε για τη γυναίκα και ποια θα ήταν η τύχη της μετά.
έτσι, έκλεισα το κανάλι.

είδαμε το Fawlty, έφυγε η Ελένη και ΄γω έπιασα πάλι το κοντρόλ και που έπεσα η γυναίκα μες τα βαθιά μεσάνυχτα;
στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου με βαμμένα κορακί μαλλιά!
όταν λέμε κορακί; μαύρο, κατράμι.
τραγουδούσε αρμένικα σε συνδυασμό με το Sebastian.

αγριεύτηκα η γυναίκα κι έκλεισα γρήγορα την τηλεόραση.

αποτέλεσμα;
είδα στον ύπνο μου τον Παπακωνσταντίνου και τον Πλαστικό Αντρα να χορεύουν κάτω απ' τους ήχους του Αρμενία μάνα μου, ενώ η καημένη η γυναίκα, με καινούρια φωσφοριζέ μύτη τους χτυπούσε παλαμάκια, χοροπηδώντας γύρω γύρω.

ξύπνησα αλαφιασμένη.

η εκδίκηση της γυφτιάς;

καλά να πάθω!

Δυο αιώνες πίσω

παρασκευή απόγευμα.
κι αρχίζει (επιτέλους) να συννεφιάζει.
κι έχει ψύχρα.
κι είναι όμορφα..

παρασκευή απόγευμα.
ο Χρόνης διαβάζει.
η Ελένη κοιμάται.
το Ραφαηλάκι παίζει στον υπολογιστή.

η Νέλλυ έχει γίνει μια κουλούρα, τέτοια, που δε βλέπεις ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος της.
η Ακκα κοιμάται πάνω στα μαλλιά της Ελένης.
η Πόπη ανέβηκε στο βράχο (της) και στεγνώνει το καβούκι και το κεφαλάκι.
ο Οράτιος αναφουφουλιάζεται και φλερτάρει με το καθρεφτάκι του.

έξω, τα αυτοκίνητα κορνάρουν.
ο κόσμος αρχίζει και μπαινοβγαίνει στα καταστήματα.
χτυπάει η καμπάνα για τον Εσπερινό.
άναψαν τα φώτα των δρόμων.

το σπίτι στην Αίγινα, θα στέκεται πιο λευκό απ' ό,τι είναι πραγματικά: πάντα όταν σκοτεινιάζει, έτσι δείχνει.
τα πεύκα θα μαυρίζουν, θ' ακούγεται η κουκουβάγια και μικρές νυχτερίδες θα κάνουν κύκλους πετώντας λίγο πιο ψηλά απ' την αιώρα μας.


και μένα μου φαίνεται, λες κι όλος ο κόσμος έχει πάει δυο αιώνες πίσω..


υγ

τη φωτογραφία την τράβηξε η Ελένη, από τη βόλτα μας την περασμένη Κυριακή στη Βάρκιζα.

Το Lost, η Ελένη κι εγώ



τελευταία βλέπουμε Lost μαζί με την Ελένη.
μόλις κοιμηθεί το Ραφαηλάκι, η Ελένη έρχεται με το lost ανα χείρας, το βάζει στο dvd, έχουμε δίπλα μας ποτήρια παγωμένο νερό όπου επιπλέουν λεπτές φέτες λεμονιού και αργολιώνουν μεγάλα παγάκια, ανοίγουμε ένα μεγάλο βάζο με κρέμα milk and honey και πατάμε το play.

παρακολουθούμε τον Τζακ και τους φίλους του με (σχεδόν) κομμένη την ανάσα, κάνουμε "ιγχχχχχ" όταν κινδυνεύει ο Τσάρλι και "μπλιάξ" όποτε εμφανίζεται ο Μπεν.

εγώ κάνω "μπλιαξ" και όποτε εμφανίζεται η Κέιτ, κι ας θυμώνει η Ελένη.

επειδή αγαπώ τα παιδιά μου και πάντα προσπαθώ για το τερπνόν μετά του ωφελίμου, δίνω ενίοτε και συμβουλές ζωής, οι οποίες όμως κατά έναν περίεργο τρόπο εκνευρίζουν πολύ την Ελένη.

θέλοντας (για παράδειγμα) να της υποδείξω, ότι το σωματικό κάλλος δεν έχει καμμία σημασία και πως αυτά που μετράνε είναι καθαρά τα ψυχικά χαρίσματα, της δείχνω τον Χέρλι λέγοντας της: να, ένα τέτοιο παιδί θέλω να μου φέρεις αύριο σπίτι.

πράγμα που την κάνει να βγάζει μια γλώσσα δύο μέτρα (μίνιμουμ) και την κάνει επίσης να μοιάζει λίγο στο Μπεν: της πετάγονται τα μάτια έξω ("ιγχχχχχ").

τις προάλλες λοιπόν ήρθε το μωρό μου με το Lost και με ρώτησε:
- θα το δούμε μαμά;ήμουν πολύ κουρασμένη, όμως, δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι κι έτσι της είπα "ασφαλώς".

έβαλε το dvd, κάθησε στο κρεββάτι, πήρε την κρέμα και πάτησε το play.
αναστέναξα, χαλάρωσα και ξάπλωσα στα μαξιλάρια μου.

όμως από την κούραση τα μάτια μου έκλειναν.
έχανα δίλεπτα και τρίλεπτα από το έργο και πεταγόμουν αλαφιασμένη και αγχωμένη μήπως με πάρει είδηση η Ελένη και στεναχωρηθεί: γιατί αυτή, είναι η μοναδική ώρα της μέρας που μοιραζόμαστε (αποκλειστικά) οι δυο μας.

κάποια στιγμή δεν άντεξα, αναισθητοποιήθηκα εντελώς κι όπως με πληροφόρησε το παιδί, τίναζα και τα πόδια μου σαν άλογο.

η πριγκίπισσα μου με λυπήθηκε και αγνοώντας τα μουρμουρητά μου "τώρα θα το δούμε αγάπη μου" έκλεισε την τηλεόραση, έκλεισε και το φως κι ετοιμάστηκε να πάει στο δωμάτιο της.
όταν ξαφνικά θυμήθηκα πως δεν είχα τσεκάρει το Ραφάκι για βράδυ και πήγα να σηκωθώ.

η Ελένη με έσπρωξε ελαφρά πίσω, στα μαξιλάρια, με σκέπασε κι ακολούθησε ο εξής σουρεαλιστικός διάλογος:

-κοιμήσου μαμά, δεν πειράζει, αύριο βλέπουμε το υπόλοιπο.
-καλά αγάπη μου. να δω μόνο ένα λεπτό το παιδί.
-θα το κοιτάξω εγώ μαμά. άστο.
-να το σκεπάσεις.
-θα το σκεπάσω.
-δες αν έχει ξυπνήσει και θέλει κάτι. μήπως θέλει νερό.
-θα δω.
-να το προσέχεις το μωρό, γιατί είναι αγελαδινό!


και μετά, ξεράθηκα κανονικά.

κι είδα στον ύπνο μου και τον Χέρλι.

μοιραζόμασταν ένα προφιτερόλ..

Σε ΟΛΑ :)


στον Οράτιο, στη Νέλλυ, στην Ακκα, στην Πόπη, στη Λίντα, στο Μπιλλ, στη Γραμμούλα, στο Σκάκι, στο Ρόμπυ, στον Ιούλιο, στο Μαντού, στους Τσο και Φλο, στον Ποκοπίκο, στη Νταίζη, στο Μίκυ, σε όσα δεν θυμάμαι, σ' αυτά που δεν έχουν όνομα, σ' αυτά που πάντα θ' αγαπάμε ακόμα κι αν δε γνωρίσουμε ποτέ, αλλά και σ' αυτά που αγαπήσαμε κι έχουν φύγει πια από κοντά μας, μια αγκαλιά.

μεγάλη όπως ακριβώς και η δική τους.

Bόλτα στο Καβούρι (μέρος πρώτο)


σαν ξημερώνει η Κυριακή
το σπί- το σπίτι μου με χάνει
μπαίνω στ' αμάξι δεν αργώ, πέρνω δρόμο και τραβώ
το ρίχνω στο σεργιάνι..

τραγουδούσαν πριν χρόνια η Βλαχοπούλου κι ο Ηλιόπουλος.
τραγουδούσαμε κι εμείς μαζί, αλλά καθώς αμάξι δεν είχαμε, το "σεργιάνι" περιοριζόταν αυστηρά στα του Παγκρατίου μέρη.

όμως, εκεί που κοντεύαμε να κλείσουμε μισόν αιώνα ως περιπατητές και υπό τον ζυγόν των ταξιτζήδων, επιτέλους, αποκτήσαμε το δικό μας αμάξι.
και την Κυριακή κάναμε την πρώτη μας οικογενειακή βόλτα.
και διαλέξαμε το Καβούρι.

πήραμε μαζί ως ευσυνείδητοι εκδρομείς τα απαραίτητα: θερμός με καυτό νερό (για καφέ), χάρτινα αφρώδη ποτηράκια (για τον καυτό καφέ), μπισκότα γεμιστά Αλατινη (απ' αυτά που χαρίζουν και μια κασετίνα τα τρία πακέτα), νερό, φακελάκια σοκολατοκαφέ (της Ελένης), καφέ σε σακουλάκι τροφίμων ανακατεμένο με μαύρη ζάχαρη (δικό μου) και χυμό ροδάκινο (της Ραφαηλίας).

πετσέτες, μικρές, μεγάλες, πολύ μεγάλες (μια αδυναμία στις πετσέτες την έχω), μαγιώ (οι άλλοι, όχι εγώ), γυαλιά ηλίου, μπλοκάκια, στυλό, βιβλία, φωτογραφική, mp3, τζην ραφαηλένιο μπουφάν, επίσης έξτρα ραφαηλένια ρούχα (μήπως βραχεί το παιδί), του Χρόνη τίποτα ("μη τυχόν όμως και μου πεις, θέλω καφέ, δεν θα σου δώσω") κι όταν μαζεύτηκαν όλα, και τα είδε η Ελένη κι αναφώνησε "τι' ειν' όλα τούτα;" της είπα περήφανα "τώρα μωρό μου, έχουμε αυτοκίνητο!!"

πήραμε ο καθένας μας από μια σακούλα και κατεβήκαμε κάτω.
τακτοποιήσαμε τα πράγματα, μπήκαμε μέσα, δεθήκαμε κι εγώ ήμουν σαν την κυρία Προέδρου στο μπροστινό κάθισμα σ' αυτό το έργο με τη Βασιλειάδου μαμή.
έβαλα το cd που έχω μόνιμα μέσα και που είναι μόνο μουσική (μήπως τα λόγια αποσπάσουν την προσοχή του οδηγού) και ξεκινήσαμε.

λες κι ήταν Αύγουστος.
οι δρόμοι άδειοι, ο ήλιος ζεστός, τα παιδιά μουρμούριζαν στο πίσω κάθισμα, το ακορντεόν απο την Amelie ακουγόταν ήσυχα και μπήκαμε στη Βουλιαγμένης.
στο φανάρι της γνωστής (σε μένα) διασταύρωσης, ο γνωστός (σε μένα) παρμπριζοκαθαριστής έλλειπε.

συνήθως οι παρμπριζοκαθαριστές σκοτώνονται να έρθουν να μας παρμπριζοκαθαρίσουν, γιατί αφήνουμε το αυτοκίνητο μεσ' στη σκόνη, έτσι ώστε να μη προκαλέσει τον επίδοξο καρφοκρατούντα και το σημαδέψει ως άλλος Ζορρό.
μέσα όμως λάμπει. έχω πάρει και σκουπιδοτενεκεδάκι για τις αποδείξεις της Αττικής (αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).

προχωράμε λοιπόν χωρίς την επέμβαση του καθαριστή και μπαίνουμε στη Βουλιαγμένης.
ο Χρόνης, εδώ κι ένα μήνα περίπου, τρώγεται να μην ακολουθούμε τη Βουλιαγμένης, αλλά να βρούμε κι άλλους δρόμους. να μάθουμε κι άλλες διαδρομές.
εμένα πάλι δε με αφορά καθόλου αυτή η άποψη, αλλά αφού το θέλει, γιατί οχι..

κι έτσι, δεν ακολουθήσαμε τη γνωστή οδό, αλλά κόψαμε δεξιά και μπήκαμε σ' άλλα μέρη.
άγνωστα.
εντελώς.
κάναμε δυο τρεις φορές τον κύκλο κάποιων τετραγώνων με την ευγενική υπενθύμιση της Ελένης από το πίσω κάθισμα:
-σαν τη μέρα της μαρμότας δεν είμαστε;
και της Ραφαηλίας:
-αυτόν τον σκύλο τον ξαναείδα μαμάαα.

ξεκολλήσαμε από τον λαβύρινθο και περνώντας από ένα γήπεδο, διάβασα σε κάποιον τοίχο : Μπραχάμι γκέϊτ 8.κι έπαθα ένα συγκινησιακό σοκ.

γιατί η (μεγάλη) κουμπάρα μου, καθε Κυριακή κάνει εθιμοτυπική επίσκεψη στον αδελφό της στο Μπραχάμι.
-τη Μαρία, τη Μαρία!!
φώναξα και κοντέψαμε να στουκάρουμε στον τοίχο αμέσως δεξιά μας.
-να πάρουμε τηλέφωνο τη Μαρία να έρθει μαζί.

αφού λοιπόν ο Χρόνης, πάρκαρε προσεκτικά και αφού υποχρεώθηκα να ακούσω την προσεκτική νουθεσία του με κύρια ιδέα "δεν τρομοκρατούμε ποτέ τον οδηγό" και αφού τον άκουσα αδιαμαρτύρητα να με αποκαλεί "παιδί μου", δέησε και πήρα τηλέφωνο.

μίλησα με τη μπατζανάκη της Μαρίας (και εδώ να εξηγήσω πως επειδή ιδέαν δεν έχω πως αποκαλούνται μεταξύ τους οι διάφοροι συγγενείς, παρά μόνο οι πολύ γνωστοί, τύπου "κουμπάρα" όλους τους άλλους τους αποκαλώ "μπατζανάκη").
λόγω του ότι η γυναίκα ιδέαν δεν είχε που βρισκόμασταν και λόγω του ότι και εμείς επίσης ιδέαν δεν είχαμε που βρισκόμασταν, δεν μπόρεσε να μας κατατοπίσει.
μας είπε μόνο:
-αν ήσασταν στη Λόλα, θα ήξερα να σας πω.

υποθέτοντας πως δεν εννοούσε τη γνωστή ταινία, ευχαρίστησα και έκλεισα, ενώ από μέσα ακούγονταν οι φωνές της κουμπάρας που ούρλιαζε:
-θα πάω! θέλω να πάω!! να τους πείτε πως θα πάω!! θέλω να με πάρουνεεεε!!

ξεκινήσαμε (εγώ κάπως απογοητευμένη) να βγούμε στην Ποσειδώνος (αν θυμάμαι καλά) κι από κει στο Καβούρι.εύκολο ήταν;

πρώτ' απ' όλα μάθαμε που είμαστε: βγήκαμε ακριβώς στο Κοιμητήριο της Δάφνης.
είχε και κίνηση, τέτοια μέρα, τέτοια ώρα.
ακολουθώντας τον δρόμο ευθεία του κοιμητηρίου, σε μια προσπάθεια να εμψυχώσω το Χρόνη (ουσιαστικά για να μην ακούσω δεύτερο κήρυγμα που τον έμπλεξα με τα της Μαρίας), του διάβασα μια επιγραφή του δρόμου:

-Χρόνη, αυτός ο δρόμος λέγεται "Πρόεδρος Δρακάκης".
-μπράβο Μαριλένα! να τον θυμάσαι... γιατί δεν θα ξαναπεράσουμε από δω.

βγαίνοντας στον κεντρικό δρόμο πια, ήμασταν έτοιμοι να ακολουθήσουμε το ρεύμα, όταν ξαφνικά η Ραφαηλία φώναξε:
-παιδιά, εδώ έγραφε Λόλα.

εννοείται πως δεν υπήρχε περίπτωση να μη δοκιμάσουμε (ξανά) να πάρουμε μαζί και την κουμπάρα.
..............................................................

You got it


μου φτιάχνει απίστευτα το κέφι.

το βάζω και το ξαναβάζω και το ξαναβάζω.

το τραγουδάω παράφωνα (γιατί είμαι παράφωνη) κι οι γάτες μού κάνουν xxxxxxxxxx

πήγα κάτω από τον Οράτιο, του κελάηδησα και έκανε τσουτσουτσου (όπως όταν νιώθει πως απειλείται).

η Πόπη με κοίταξε με το σοφό της βλέμμα πάνω από το βράχο της και βούτηξε αργά.

ο Χρόνης μου είπε "τώρα τρώω".

η Ελένη με κυνήγησε με τη φωτογραφική (κάνει συλλογή γελοιοτήτων).

η Ραφαηλία γέλασε "μπράβο μαμά" και μου κούνησε το μεγάλο, πλαστικό πόδι που κρατούσε αγκαλιά.

οι γείτονες φώναξαν "ησυχία" μα δεν με ένοιαξε καθόλου.

εμένα, μού φτιάχνει απίστευτα το κέφι.

παρακαλώ ακούστε το δυνατά. όσο περισσότερο γίνεται. και τραγουδήστε.
πιο πολύ παρακαλώ γι' αυτό..


Every time I look into your lovely eyes,
I see a love that money just cant buy.
One look from you, I drift away.
I pray that you are here to stay.

Anything you want, you got it.
Anything you need, you got it.
Anything at all, you got it.
Baby!

Every time I hold you I begin to understand,
Everything about you tells me Im your man.
I live my life to be with you.
No one can do the things you do.

Anything you want, you got it.
Anything you need, you got it.
Anything at all, you got it.
Baby!
Anything you want
Anything you need
Anything at all

Im glad to give my love to you.
I know you feel the way I do.
Anything you want, you got it.
Anything you need, you got it.
Anything at all, you got it.
Baby!

Anything you want, you got it
Anything you need, you got it
Anything at all, you got it
Baby
Anything at all
Baby
You got it

Τέσσερις πια!



στο σπίτι μας υπάρχει μια βιντεοκασέτα.
στο σπίτι μας υπάρχουν πολλές βιντεοκασέτες, αλλά η συγκεκριμένη έχει εντελώς ξεχωριστή σημασία για μένα.
είναι αυτή που γυρίστηκε όταν έκανα τον πρώτο υπέρηχο της Ραφαηλίας.

η Ραφαηλία ήρθε στη ζωή μας εντελώς απρόσμενα.
είχαμε μεγαλώσει πια κι ο ερχομός της μας εξέπληξε οικογενειακώς.
"παιδί; θα κάνετε παιδί; μα ποιος νομίζει πως ειναι ο Χρόνης, ο Αβραάμ;" είχε πει ο αδερφός μου τότε κι είχαμε γελάσει πολύ.

η Ελένη ήταν πια δέκα χρονών ακριβώς στην ηλικία που πρέπει ν' αρχίσεις να προετοιμάζεσαι, πως το παιδί σου θα ανοίξει σιγά σιγά τα φτερά του.
όχι πως θα φύγει από κοντά σου ασφαλώς, αλλά, να, θα προτιμήσει ίσως σε λίγα χρόνια, να πάει σινεμά με μια φίλη της παρά να βγει με σένα.
θα θέλει να σ' αφήσει πίσω, αλλά να ξέρει πως είσαι πάντα εκεί και περιμένεις όσο αυτή δοκιμάζει τις πρώτες πτήσεις της.

και τότε, χαλαρώνεις τη συνεχή επαγρύπνηση στα πρακτικά τουλάχιστον (δε σηκώνεσαι τα βράδια να τη σκεπάσεις, μιας και σκεπάζεται μόνη της πλέον, δεν την κάνεις μπάνιο, έχει μεγαλώσει πολύ κι αρνείται λέγοντας "αυτά είναι για τα μωρά" το μωρό σου).

ήρθε η Ραφαηλία και τ' άλλαξε όλα.
μωρό στο σπίτι (ξανά) σημαίνει (εκτός φυσικά από μπόλικη ευτυχία) πολλή δουλειά και άγχος, άγχος, άγχος.
αυτό βέβαια ισχύει για μένα, όχι για έναν φυσιολογικό άνθρωπο που απλά χαίρεται το μωρό του..

εγώ ζω επί μονίμου βάσεως με το
"τρώει καλά; αδύνατη μου φαίνεται. μήπως κοιμάται πολύ; μήπως κοιμάται λίγο, μήπως είναι ζεστή, μήπως κρύα;" σε διάφορους συνδυασμούς, του τύπου "δεν κοιμήθηκε καλά, ζεστή μου φαίνεται, και το φαί της δεν το 'φαγε με όρεξη".

το συγκεκριμένο νουμεράκι το εξασκώ και με τις γάτες επίσης, τον Οράτιο κλπ.

σε κάποιο μήνα της εγκυμοσύνης μου λοιπόν πήγαμε για τον καθιερωμένο υπέρηχο. δόξα τω Θεώ, όλα καλά τα βρήκε ο γιατρός και γυρίσαμε θριαμβευτικά σπίτι, εγώ κρατώντας σφιχτά την κασέτα στο χέρι μου και φωνάζοντας τη μάνα μου να έρθει να τη δούμε όλοι μαζί.
το επόμενο μισάωρο βλέπαμε εκστασιασμένοι τη Ραφαηλία να κολυμπάει για κανα δεκάλεπτο, τέλειωνε η κασέτα, τη γύριζα και την ξαναβλέπαμε απ' την αρχή.

πέρασαν χρόνια από κείνη τη νύχτα, εφτά για την ακρίβεια και πριν λίγο καιρό, θυμήθηκα την κασέτα.
φώναξα χαρούμενη τη Ραφαηλία κι αφού της εξήγησα τι ακριβώς είναι ο υπέρηχος, την έστησα μπροστά στην τηλεόραση μαζί με την Ελένη και άνοιξα το συρτάρι να την βρω και να τη βάλω να τη δουν.

τα παιδιά περίμεναν, εγώ έψαχνα στην αρχή ήρεμα, μετά εκνευρισμένα, επίμονα, αλλά η κασέτα πουθενά.

"Ωραία!" αναστέναξα απογοητευμένη "η ηλίθια τη μπέρδεψα κι έγραψα πάνω της."
ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάμματα.
η Ραφαηλία δε μιλούσε, η Ελένη προσπάθησε να με παρηγορήσει:

"θα τη βρεις μαμά, σίγουρα δεν την έχεις χάσει"
"μα δεν είναι πουθενά.. που να τη βρω;"
"δε θα δω πως ήμουν δηλαδή;"
ρώτησε το Ραφαηλάκι κι η Ελένη έσπευσε
"θα δεις βρε, αμέσως μόλις θυμηθεί που την έχει βάλει η μαμά"

τις επόμενες μέρες ξεσήκωσα όλο το σπίτι.
κοίταξα στα πιο απίθανα μέρη. δύσκολο πράμα, γιατί το σπίτι μας είναι γεμάτο πράγματα, όμως εγώ επέμεινα και το έψαξα εξονυχιστικά.
η κασέτα δεν βρέθηκε.
στεναχωρήθηκα, αλλά πήγα παρακάτω. ούτως ή άλλως, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

μέχρι που αποφάσισα να αλλάξω θέσεις στα συρτάρια της σιφονιέρας μου.
κι εκεί, στο τρίτο συρτάρι, κάτω από τις λευκές βαμβακερές φανέλες, δίπλα σ' αυτά τα ξύλινα στρογγυλά αρωματικά ήταν η βιντεοκασέτα της Ραφαηλίας.

την άρπαξα και φώναξα "παιδιά, παιδιάααα" κάνοντας τα κορίτσια να έρθουν τρέχοντας, νομίζοντας πως είχα πέσει από τη σκάλα.
"η κασέτα! τη βρήκα!!"
"δε στο 'πα μαμά; αποκλείεται να την έχεις χάσει"
"βάλτη μαμά, να δω πως ήμουν μωρό στην κοιλιά σου"
"σαν το Αλιεν ήσουν"
"Ελένη!"
"σαν, είπα μαμά, σαν.."


το επόμενο μισάωρο βλέπαμε εκστασιασμένοι τη Ραφαηλία να κολυμπάει για κανα δεκάλεπτο, τέλειωνε η κασέτα, τη γύριζα και την ξαναβλέπαμε απ' την αρχή..

........................................................

τέσσερις πια..