Ο Πακιστανός


ο Χρόνης, είναι ένας άνθρωπος λόου προφάιλ (έτσι, επιτηδευμένως το γραψα, να θαυμάσετε γνώση της αγγλικής!), πολύ μελαχροινός (αλλά όχι προς το καρβουνί), ο οποίος την τελευταία πενταετία έχει αφήσει γένια, τα οποία γένια είναι κι αυτά μαύρα (προς το καρβουνί και προς το πισσί, της πίσσας) που έχουν αρχίσει και γκριζάρουν αρκετά..

είναι αδύνατος, κανονικού αναστήματος (η μαμά του βέβαια, οσάκις τον βλέπει, αναφωνεί με θαυμασμό: πόσο ψηλός είσαι αγόρι μου!!! και τον φιλάει με καμάρι) κι αυτά αρκούν ως προς την εμφάνιση του και ως προς ένα τμήμα του χαρακτήρα του.

έχει μία εξωφρενική συνήθεια: βγάζει τα σκουπίδια μέρα παρά μέρα. κατά τις 11 - 11.30 το βράδυ, τραβάει τη σκουπιδοσακκούλα από τον μεγάλο πλαστικό σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας και φωνάζει "σκουπίδιαααααααα".
τότε πρέπει εμείς, με ταχύτητα αστραπής να τρέξουμε να αδειάσουμε τα καλάθια των γραφείων μας, μέσα στη σκουπιδοσακκούλα, γιατί αν δεν προλάβουμε, το χάσαμε το παιχνίδι: θα πρέπει να περιμένουμε δυο μέρες για να τ' αδειάσουμε ξανά.

μετά, παίρνει τη σκουπιδοσακκούλα, κατεβαίνει με το ασανσέρ, ανοίγει την εξώπορτα και την πετάει μέσα στον κάδο.
ενίοτε, αυτή η χαριτωμένη ρουτίνα διακόπτεται, γιατί κάτι έχει τρέξει από τη σκουπιδοσακκούλα, οπότε γυρίζει, με επιπλήττει, καθότι έχει καταλάβει πως πέταξα ύπουλα κάποιο μπουκάλι με νερό στον σκουπιδοτενεκέ και με στέλνει με τη σφουγγαρίστρα να καθαρίσω το πάτωμα του ασανσέρ.

κατά τις 11 λοιπόν, ξεκινά η συνηθισμένη ιστορία: τράβηγμα σακούλας, "σκουπίδιααα", τρέχω εγώ κι η μεγάλη με τα καλάθια μας ανά χείρας, τα αδειάζουμε, παίρνει τη σακκούλα και φεύγει.
κατεβαίνει κάτω, ανοίγει την εξώπορτα, ρίχνει τα σκουπίδια στον κάδο, και γυρίζει να μπει στο σπίτι.

όπου ένας κύριος τον πλησιάζει και του λέει:
"Πακιστάν; Πακιστάν;"
ο Χρόνης στην αρχή δεν καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο άλλος, αλλά μετά μπαίνει στο νόημα.
"εγώ; όχι, Έλληνας, από δω είμαι"
"έλα Πακιστάν, μη ντρέπεσαι! σας καταλαβαίνω εγώ!"
και του χαμογελάει αστραφτερά.
ο άλλος αμήχανος, ανταποδίδει το χαμόγελο.
"παιδάκια έχεις, πακιστάν;"

εδώ θα μου πείτε, γιατί συνεχίζεται όλο αυτό και δεν σηκώνεται ο Πακιστανός να μπει μέσα στο σπίτι του να τελειώνει; έλα μου ντε!
ο άγνωστος κύριος δείχνει τόσο ενθουσιασμένος που τον βρήκε, έτσι που ο άντρας μου ντρέπεται να φύγει.

"λέω, παιδάκια έχεις;"
"έχω. δυο κόρες"
"να! πάρε να παίζουν τα παιδάκια σου!"

και βγάζει απ' την τσέπη του και του δίνει ένα μάτσο μεταχειρισμένες τηλεκάρτες.

"όχι, όχι, ευχαριστώ. δεν πειράζει. κρατήστε τις"
"πάρε, πάρε, μη ντρέπεσαι. πάρε να παίζουν τα παιδάκια σου!!"

και του τις δίνει με το ζόρι.
ο Χρόνης (ακόμα αμήχανος) τις παίρνει.
"ευχαριστώ. καληνύχτα"
"καληνύχτα, καληνύχτα"
και φεύγει κατευχαριστημένος που θα κάνει χαρούμενα τα παιδάκια του Πακιστανού.

και να 'σου τον τώρα, μπροστά μου, στην κουζίνα, να μου διηγείται την όλη φάση.
και να κρατάει και τις τηλεκάρτες.
εγώ να 'χω γονατίσει απ' τα γέλια και να μη μπορώ να πάρω ανάσα, προσπαθώντας να μη ξυπνήσω το ένα Πακιστανάκι που κοιμάται, γιατί είναι ήδη περασμένη η ώρα.
το άλλο απορεί "μα καλά κι εσύ βρε μπαμπά τις πήρες; αν είναι δυνατόν!"

θα 'θελα να 'ξερα, συμβαίνουν και σ' άλλους αυτά ή μόνο σ' εμάς;
άγνωστον..