Οι Πωλήτριες


σήμερα θέλω να "μιλήσω" για ένα πολύ σοβαρό θέμα.
για τη σχέση μου με την καινούρια φυλή πωλητριών που έχει εξαπλωθεί στα μαγαζιά, τα τελευταία δέκα χρόνια.

αυτές οι γυναίκες χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες: τις νεαρές και τις μεγαλύτερες.

οι μεγαλύτερες, δουλεύουν συνήθως σε πιο "επίσημα" στέκια όπως πχ στους πάγκους του Χόντου, ως αισθητικοί.

τις μικρότερες τις βρίσκεις σε μαγαζιά με ρούχα, όπου στέκονται όρθιες μ' ένα εντελώς βαριεστημένο ύφος και αρνούνται να σε κοιτάξουν καν.
δεν σε πλησιάζουν ποτέ. αντίθετα τις πλησιάζεις εσύ, και μόλις τους ζητήσεις αυτό που θές, η απάντηση είναι μόνιμα ερώτηση:

"για σας;"
"για μένα"
τολμάς να πεις δειλά, για να εισπράξεις ένα άμεσο και απαξιωτικό:
"δε νομίζω να υπάρχει στο νούμερο σας" που υποννοεί
"πως τολμάς και ζητάς τέτοιο νούμερο εδω;"
κάνοντας σε να αισθανθείς κάτι μεταξύ της Ορκας και της αρκούδας της Πίνδου, ένα είδος προς εξαφάνιση.

το νούμερο μου εν τω μεταξύ είναι κανονικότατο και τα καταστήματα που πηγαίνω είναι κανονικότατα κι αυτά.
μετά απ' την άκρως διαφωτιστική συνομιλία, συνήθως η πωλήτρια επιστρέφει στη βάση της, για να ξαναρεμβάσει, χωρίς να κοιτάξει καν, αν αυτό που ζήτησα υπάρχει.
αυτή είναι η μια περίπτωση.

η άλλη είναι να μου φέρουν εντελώς άλλο ρούχο απ' αυτό που ήθελα και να επιμένουν να το δοκιμάσω.
αν υποκύψω και το φορέσω, συνήθως τραβούν σκρρρρρ την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου αναπάντεχα, κάνοντας με να πεταχτώ έντρομη και όπως και να μου πηγαίνει το ρούχο, εκστασιάζονται.

"τέλειο!!"
"πως τέλειο; αφού δεν κουμπώνει"

εδώ δίνουν μαθήματα ζωής και φιλοσοφίας
"θα αδυνατίσετε! κανονικά, μικρότερα ρούχα πρέπει να αγοράζετε πάντα, για να έχετε ένα κίνητρο να κάνετε δίαιτα"
της ρίχνεις μια τσιμπιά στο μπράτσο εκείνη την ώρα, μπας κι απ΄ το σοκ ο εγκέφαλος πάρει μπρος ή όχι;

αλλά, έχω κάνει βλακείες εγώ, ουουουου!!
έχω αγοράσει ρούχα που δεν ήθελα γιατί μ' έπιανε μια ανεξήγητη δειλία να πω "όχι" στη φροϋλάιν Φρίντα, αχχχχ...

οι αισθητικοί, απλά δεν παίζονται.
αυτές, μόλις πλησιάσεις τον πάγκο τους, έρχονται και σε κοιτάζουν με ύφος τουλάχιστον βασίλισσας.
Ελισάβετ βασίλισσας που ειναι και στριμμένη, όχι όποιας κι όποιας.
συνήθως είναι μακιγιαρισμένες στο φουλ.
όλα έντονα: το μεικ απ, το κραγιόν, η μάσκαρα, το ρουζ, μα όλα!
σαν τον Τζόκερ πριν την αναμέτρηση με τον Μπάτμαν ένα πράμα!

γι' αυτές πάντα είμαι "αφυδατωμένη".
πως γίνεται αυτό, αφού από τα είκοσι μου, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βάλω ενυδατική μούρης μια μέρα, γιατί απλά με τραβάει το πρόσωπο μου, δεν το καταλαβαίνω.

υπάρχουν κι αυτές που φρίττουν με την κατάσταση του προσώπου μου, ανεξαρτήτως της αφυδάτωσης.
δεν μπορώ να καταλάβω τι συγκεκριμένα τις χαλάει, υποψιάζομαι πως μάλλον θα είναι η έλλειψη μακιγιάζ.
γιατί, ρυτίδες δεν έχω, μουστάκι δεν έχω ουτε γένι, κρεατοελιές δεν υπάρχουν, τι στο καλό;

κάποια ήθελε να μου ζωγραφίσει με μαρκαδόρο, τις ξηρές ζώνες στο πρόσωπο μου.
μία άλλη, πριν κανα μήνα, να επιμένει ντε και καλά, ότι έχω κάνει λέιζερ κι η παγιότ έχει βγάλει ειδική κρέμα γι' αυτές που έχουν κάνει λέιζερ.
βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, ούτε λέιζερ έκανα, ούτε διακτινίστηκα σε χειρουργείο αισθητικής, αυτή εκεί:

"μεταξύ μας, είναι μια καταπληκτική κρέμα, ό,τι πρέπει για σας" χαμόγελο απαστράπτον.
"αν ποτέ κάνω λέιζερ, θα έρθω να την πάρω. ως τώρα όμως, δεν μου έχει προκύψει"
"μα ελάτε"
μου χαμογελάει ενθαρρυντικά
χαμογελάω κι εγώ εντελώς ηλίθια.
απλώνει το χέρι της και με σκουντάει. μετά σκύβει και μου ψιθυρίζει:
"να την πάω στο ταμείο; ό,τι πρέπει είναι για σας, ανακουφίζει την επιδερμίδα από το λέιζερ"

πάντως είναι αντιπαθητικές. η αγένεια τις κάνει έτσι; δεν ξέρω.
τα κοριτσάκια που ανέφερα, της πρώτης κατηγορίας, έχουν το ελαφρυντικό της ηλικίας.
οι μεγαλύτερες; ποιο ελαφρυντικό έχουν; της ανοησίας;

θύμωσα, κι όχι τίποτα άλλο, αλλά και το ψυγείο θα ανοίξω να χτυπήσω καμμιά σοκολάτα μήπως κι ηρεμήσω και ρυτιδίαση θα πάθω αφού απ' τα νεύρα μου κάνω γκριμάτσες σαν τον συχωρεμένο τον Αυλωνίτη!

κι όχι τίποτ' άλλο, θα καταλήξω στο τέλος, να παρω και την κρέμα της παγιότ..

Καλλιστεία και νύχια



τελικά τα έκοψα τα μαλλιά μου. όχι απλά στρατιωτικά, αλλά λίιιγο παραπάνω. τώρα είμαι κάτι μεταξύ νεοσύλλεκτου και Νταλάρα.
χωρίς να διαθέτω ούτε την ηλικία του πρώτου, ούτε τη φωνή του δεύτερου.
διαθέτω ομως την ήρεμη ιδιοσυγκρασία και των δύο.

κι η αιτία δεν είναι τα μαλλιά. όχι βέβαια.
η αιτία είναι αυτή η αναθεματισμένη ζέστη που έχει κάνει τα νεύρα μου τσατάλια.
και την υπομονή μου να λιγοστεύει σαν τη θάλασσα στις αλυκές.

χτες βράδυ ήταν ο διαγωνισμός για τις play mates. αργά το θυμήθηκα, όταν είχαν πια παρουσιαστεί τα κορίτσια και μου 'κανε ένα ντινννν στον εγκέφαλο, καθώς ήθελα να δω μια κοπέλα από κει.
δε φτάνει λοιπόν που δεν την είδα, όρμηξε κι η Ραφ στο δωμάτιο, ανοίγοντας την πόρτα με δύναμη και κάνοντας μου αυστηρή παρατήρηση:

"καλά το κατάλαβα πως έβαλες αιρ κοντισιον. εμένα γιατί δε με φώναξες;"
χωρίς να περιμένει απάντηση γύρισε και ούρλιαξε μ' όλη της τη δύναμη:
"Ελένηηηηηηηηηη, έλααααααααααααα"
να 'σου την κι η μεγάλη "ααααα, ωραία την έχεις εσύ εδώ, εμείς μέσα καιγόμαστε"
ξαπλώνουν κι οι δυο στο κρεββάτι μου και τακτοποιούνται στα μαξιλάρια ενώ εγώ στέκομαι όρθια δίπλα τους, και τις κοιτάζω με γυάλινο βλέμμα.

"τι βλέπεις;" η Ραφ
"τις play mates βλεπει. μπράβο μαμά! πως κι έτσι; θα βγάλει λες καμμιά κανα πιστόλι, να αρχίζει να καθαρίζει τις άλλες;"
(αυτό είναι ένα βρώμικο καρφί, καθότι μόνο αστυνομικά έργα βλέπω. αστυνομικά και επιστημονικής φαντασίας.)
"τι είναι οι, αυτές, πως το 'πες;" η Ραφ ξανά
"play mates. καλλιστεία"
"τα ψώνια!"


πλησιάζω και σπρώχνω τη Ραφ να πάει πιο κει να ξαπλώσω κι εγώ.
"δεν είναι ψώνια. είναι κοπέλες που προσπαθούν να κάνουν καριέρα"
"τι εννοείς;"
"σουτ πια! άσε με να δω"


βλέπουμε κανα λεπτό και μετά η Ραφ σηκώνει το πόδι της και το φέρνει πέντε εκατοστά μπροστά στα μάτια μου."δες το νύχι μου"
πετάγομαι λες και μ' εχει τσιμπήσει μέλισσα.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΔΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΥΧΙ! έχω καλύτερα να χώσω το κεφάλι μου σ' ενα κουβά με χλωρίνη, παρά να δω το νύχι της.
το οποίο νύχι, το χει χτυπήσει κι είναι στη φάση του μαυρίσματος και του ανασηκώματος.
όπου να 'ναι θα πέσει και την όλη διαδικασία την έχει αναλάβει ο πατέρας της.

"βρε μωρό μου, δεν σου 'πα να μη μου το ξανακάνεις αυτό;"
"μα κοίτα το λίγοοοο. έλα μαμάκα, δεσ' το."
"Ελένη, έξω!"
"εγώ τι φταίω;"
"εσύ έχεις πιάσει το μισό κρεββάτι και στριφογυρίζεις σαν τον δερβίση."
"καλά, αυτή σε φρικάρει με το νύχι της, εγώ την πληρώνω; βαρέθηκα πια!"


ok έχει δίκιο. άδικη δε θέλω με τίποτα να γίνoμαι.
έτσι το βουλώνω, στριμώχνομαι στη γωνιά μου και βλέπω τα υπόλοιπα καλλιστεία.
όσο μ' αφήνουν δηλαδή τα καμάρια μου να δω, γιατί σχολιάζουν συνέχεια.

"αααα, κοίτα μαμά, αυτηνής το στήθος έχει βγει έξω"
"......." εγώ.
"καλέ, πως περπατάει αυτή έτσι με τα τακούνια; σαν καβούρι!"
"......" εγώ
"ενώ η άλλη δεξιά, φανταστικά τα πάει. ε;"
"......" εγώ
"χαχαχχχχ την παρουσιάστρια δείτε. της έκρυψαν τον καθρέφτη προτού βγει!"
"......."
εγώ.
"τα μαλλιά της όμως τα είδατε; Ωραία δεν είναι;" η Ραφ
"δεν είναι δικά της βρε!"
"τι εννοείς;"
"αυτό που λέω"
"τα βάψανε και τα κάνανε σγούρες;"


έτσι κύλησε η υπόλοιπη βραδιά.
είδαμε όλες μαζί τα αποτελέσματα, ήπιαν ένα κάρο νερό και αποφάσισαν επιτέλους να πάνε για ύπνο.

εγώ όλο το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι.
από τη ζέστη με είχε πιάσει εκνευρισμός, έλιωνα, αιρ κοντίσιον δεν μπορούσα να βάλω καθότι ο κανονισμός στο σπιτι μας είναι: όποτε ανάβει το κλιματιστικό κλείνει η πόρτα του δωματίου. και σιγά μην έκλεινα την πόρτα, να μη μπορώ ν' ακούσω τα παιδιά..

έτσι με πήρε το χάραμα..
στις έξι, ήμουν ακόμα ξύπνια.
στις οκτώ κουρασμένη άρχισα να χαλαρώνω (επιτέλους) και να αρχίζω να κοιμάμαι..

στις οκτώ και τέταρτο ζαλισμένη άκουσα ποδαράκια να τρέχουν στο διάδρομο.
να σου την η Ραφ, λες κι είναι ο άνθρωπος-οβίδα, μπουκάρει μέσα στο δωμάτιο, δίνει έναν πήδο κι ανεβαίνει στο κρεββάτι.
ανάβει το φως και ουρλιάζει καταχαρούμενη δείχνοντας μου το πολύτιμο λάφυρο που κρατάει στο χέρι:

"μαμά, μαμάααααα κοίτα, το νύχι μου. 
έπεσε επιτέλους!!
κοίτα και το πόδι μου. εγώ φοβάμαι να το κοιτάξω.
πως είναι;;;
μαμάααααα;;;;;;;;;;"

μετά από κει, θα σας γελάσω.
δεν θυμάμαι, απολύτως τίποτα..

Χτες βράδυ..


χτες βράδυ. είμαι ξαπλωμένη και βλέπω heroes.
κάνει πολλή ζέστη κι ο ανεμιστήρας στο ταβάνι γυρίζει στέλνοντας μου αέρα ζεστό.
όλα μου φταίνε.
τα μαλλιά μου που παραμάκρυναν και με ζεσταίνουν (αύριο θα τα κόψω στρατιωτικά), το δέρμα μου που έχει αφυδατωθεί παρ' όλες τις κρέμες που βάζω, το σεντόνι που ζαρώνει και σηκώνομαι σε τακτά διαστήματα να το ισιώσω, όλα, όλα,όλα.

η Ελ μου μπαίνει στο δωμάτιο και με βλέπει να στριφογυρίζω και να ξεφυσάω.

"είσαι καλά"
"με βλέπεις καλά;"
"τι έχεις;"
"ζεσταίνομαι. δε νιώθω καλά. γερνάω"
"τώρα το θυμήθηκες;"
"τώρα. κι εσύ καλά θα κάνεις να αρχίζεις να προετοιμάζεσαι"
"για ποιο πράμα;"
"για το ότι κάποια στιγμή θα φύγω"
"που θα πας;"
"τι που θα πάω; εκεί που πάνε όλοι όταν πεθαίνουν!"
"ωχ πάλι τα ίδια;"
"στο λέω για να σε προετοιμάσω. να συνηθίζεις σιγά σιγά"
"δε μου χρειάζεται"
"άκου που σου λέω! κάτι παραπάνω ξέρει η μανούλα! όταν θα φύγω, θα με προσέχεις;"
"τι εννοείς; να σε βαλσαμώσω;"

τί έχω κάνει στη ζωή μου για να ακούω τέτοιες ερωτήσεις;
άκου να με βαλσαμώσει!

"όχι ανόητη. εννοώ να μου κάνεις όλα αυτά που κάνουν στους νεκρούς!"
"καλά, θα στα κάνω. τώρα που είσαι ζωντανή, θες να σου φέρω τίποτα; νερό, κανα παγωτάκι;"
"όχι"
"μετά μη σου ρθει η όρεξη και με φωνάζεις! πάω να δω έργο"
"να πας"


φεύγει και ξαπλώνω ξανά. ζεσταίνομαι τόσο πολύ!μπαίνει μέσα η Ραφ

"μαμά, τι έχεις;"
"στεναχώριες"
"τι στεναχώριες;"
"ε, στεναχώριες. τι να σου πω; είσαι μικρή για να καταλάβεις"
"σε στεναχώρησε ο μπαμπάς; η Ελένη;"
"όλοι με στεναχωρούν εμένα"
 

ανεβαίνει στο κρεββάτι και κάθεται πλάι μου. μ' αγκαλιάζει. με φιλάει. μετά μου λέει:

"έχω μια ιδέα. θα φέρω να δούμε τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη για να ηρεμήσεις"
"βρε άντε από δω εκμεταλλεύτρια!" τη σπρώχνω γελώντας. "μια χαρά ήρεμη είμαι"
"καλά, εσύ θα χάσεις"
"να χάσω. έξω!"
 

βγαίνει απ' το δωμάτιο χοροπηδώντας.
μένω μόνη, αλλά σίγουρα όχι για πολύ.
όλο και κάποιος θα εισβάλλει αργά ή γρήγορα.

και είμαι απίστευτα ευγνώμων γι' αυτό..

Ο κόσμος λάμπει σαν ένα αστέρι..


ζέστη..
παλιά, γέμιζα σαν μπαταρία όταν καθόμουν στον ήλιο.
μου έκανε καλό, το ένιωθα, μηρμύγκιαζε το δέρμα μου, μαύριζα, έβαζα baby oil και ήμουν μια χαρά.

και στα μαλλιά μου ακόμα έβαζα baby oil, γυάλιζα σα σαλιγκάρι, φορούσα τα μαύρα γυαλιά μου, έπαιρνα το βιβλίο, τον ζεστό (πάντα) καφέ, και τα τσιγάρα μου κι άραζα με τις ώρες.
όχι απαραίτητα στον ήλιο, αλλά σχεδόν πάντα έβρισκα κάποιο δεντράκι όπου καθόμουν στον ίσκιο του διαβάζοντας κατευχαρστημένη.

λίγα χρόνια αργότερα πήγα διακοπές με τον Χρόνη.
φαγωνόμασταν όλες τις μέρες.
εγώ του αραχτού, αυτός της περιπέτειας.
εγώ μ' ένα φακό να διαβάζω το βράδυ, μπρούμυτα στη σκηνή μέχρι τις τρεις, αυτός να κοιμάται με το που έπεφτε ο ήλιος.
εγώ να θέλω στην παραλία να υπάρχει κι άλλη μια σκηνούλα, για ασφάλεια βρε αδερφέ, αυτός μας πήγαινε στην απόλυτη ερημιά.

στρατός. στις εξόδους ανεβαίναμε στη μηχανή και βρίσκαμε ερημικές ακρογιαλιές. ή μικρά χωριά ψηλά στο βουνό.
το νησί οχυρωμένο από παντού, όπου και να πήγαινες ο στρατός μπροστά σου. πρασίνιζε ο τόπος.
κι οι κάτοικοι μπουχτισμένοι απ' τους φαντάρους, τους κοιτούσαν αφ' ενός με μισό μάτι, αφ' ετέρου ως φράγκα.
άστα να πάνε εποχή..

η Ελένη στα πρώτα της μπάνια. έβλεπε τη θάλασσα και γαντζωνόταν πάνω μου.
η παραλία τεράστια, ο άνεμος φυσούσε από παντού, Κυκλάδες τι θες..
την έπαιρνα αγκαλιά και μπαίναμε μαζί στα κύματα. δεν της άρεσε καθόλου, περνούσε τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό μου να βγούμε έξω.

στα πέντε της κολυμπούσε θαυμάσια. πηγαίναμε στη δεξαμενή, πόσα μέτρα βαθιά! κολυμπούσε χωρίς μπρατσάκια με το κεφαλάκι της έξω απ' το νερό, ίσα ίσα στην επιφάνεια και το λεπτό κορμάκι της να φαίνεται κάθετα καθώς κουνούσε τα ποδαράκια της για να κρατηθεί στην επιφάνεια.

η Ραφ μας στη θάλασσα. παραλία, άμμος, κουβαδάκια, φτυαράκια, μπρατσάκια.
με το που μπαίνει, μετά από λίγη ώρα θέλει να βγει. είναι ικανή να κάθεται ατέλειωτες ώρες στην παραλία, αλλά δεν της αρέσει καθόλου μέσα στη θάλασσα, στα βαθιά.
πηγαινοέρχεται σηκώνοντας σύννεφα άμμου και ζητώντας χυμό ή πετώντας βότσαλα στον πατέρα της ή λέγοντας "και τώρα τι να κάνω;" για να εισπράξει ένα αφηρημένο "παίξε" από μένα, που ούτε που σηκώνω τα μάτια από το βιβλίο μου.
το ραντάρ μου λέει πως είναι σε ακτίνα τριών μέτρων, κάτω από τη σκιά του δέντρου. αν βγει έστω και δέκα εκατοστά, αμέσως το παίρνω είδηση και χωρίς να σηκώσω ούτε βλέφαρο της φωνάζω "όχι στον ήλιο".

έρχεται.
"μα πως το κάνεις αυτό;"
"όλα τα βλέπω, δεν στο 'χω πει;"
"πως το κάνεις όμως;"
"το κάνω! γι' αυτό ένα σου λέω: πρόσεχε! βλέπω ό,τι κάνεις"
"ό,τι, ό,τι;"
"ό,τι, ό,τι"
"η Δήμητρα τι κάνει τώρα;"
"δε βλέπω τ' άλλα παιδιά. μόνο τα δικά μου βλέπω. τη Δήμητρα τη βλέπει η μαμά της"


φεύγει να το σκεφτεί.

με τον αδερφό μου, μας έφερναν στην ίδια παραλία.
παίζαμε ώρες ατέλειωτες, μια στη θάλασσα, μια έξω. λεπτά μας φαινόντουσαν οι ώρες και φωνάζαμε όταν ερχόταν η ώρα να φύγουμε.
ζούσαμε για τη θάλασσα, όλο τον χειμώνα αυτό ονειρευόμασταν.

μεγαλώνοντας γνωριστήκαμε με παρέες και φύγαμε απ' αυτή την παραλία.
τη βρίσκαμε "παιδική". είχαμε μπει πια για τα καλά, σ' άλλες ηλικίες.
πηγαίναμε σε βράχια και κάναμε βουτιές από ψηλά. βάζαμε στοιχήματα ποιος θα πάει πιο γρήγορα στη σημαδούρα κι ορμούσαμε σα νεαρά δελφίνια σε χρόνους τρελούς. αψηφούσαμε τον κίνδυνο και κάναμε μακροβούτια "ποιος θα κρατήσει πιο πολυ την αναπνοή του".

λίγα χρόνια αργότερα, αλλάξαμε πάλι στέκι μπάνιου.
πίναμε πρώτα καφέ βλέποντας τη θάλασσα από κάτω μας και μετά παρακινούσαμε ο ένας τον άλλον:
"σήκω, άντε, πάμε"
"καλά μωρέ, κάτσε λιγάκι"

κι υπήρχαν και μέρες όπου μέσα στην απόλυτη βαριεστημάρα, καθόμουν στο καφενείο και κοιτούσα την υπόλοιπη παρέα να κολυμπάει.
ούτε που βουτούσα..

όμως, πολλά μεσημέρια, έπαιρνα τον ζεστό καφέ μου στο θερμός, το βιβλίο, τα τσιγάρα και το baby oil μου και κατέβαινα στην παραλία.
έβρισκα ένα δεντράκι και άραζα. διάβαζα, κάπνιζα, έπινα τον καφέ μου κι όλη μου η έννοια ήταν με ποιον θα χορέψω το βράδυ.

παλιά, γέμιζα σαν μπαταρία όταν καθόμουν στον ήλιο.
μου έκανε καλό, το ένιωθα, μηρμύγκιαζε το δέρμα μου, μαύριζα, έβαζα baby oil και ήμουν μια χαρά.

Εσείς τρώτε φρούτα;


εσείς τρώτε φρούτα; οποιοδήποτε είδος φρούτου. το τρώτε;
προσωπικά και με σεμνότητα απαντώ πως "όχι".

δοκιμάζω το πρώτο μανταρίνι της χρονιάς (ριγώντας κάθε φορά που το τελειώνω καθότι με ανατριχιάζουν όλα αυτά τα ψιλοξυνά), το πρώτο πεπόνι του καλοκαιριού και στο τσακιρ κέφι, άντε κάνα σύκο.
εκεί τελειώνει η διατροφική μου περιπέτεια.

όμως αυτό δε σημαίνει πως δεν προσπαθώ να μπουκώσω με φρούτα τα παιδιά μου.
όταν ήταν μωρά, έτρωγα ώρες πάνω στο μπλέντερ για να κάνω νιανιά πορτοκάλια, αχλάδια, μπανάνες κι ακτινίδια.
έπειτα, τα ακινητοποιούσα στο καρεκλάκι τους κι άρχιζε το παιχνίδι "χώνω-φτύνω".
άκρως διασκεδαστικό γι' αυτόν που το παρακολουθούσε.

θα μου πείτε κι οι Ρωμαίοι, άκρως διασκεδαστικές έβλεπαν τις αρένες.
μη το συζητάμε, σ' αυτές τις φάσεις, εγώ ήμουν το δύστυχο το λιοντάρι.
αδύναμα κι ανίσχυρα τα μικρά, εγώ όμως λουζόμουν στο τέλος το μπωλ με τα φρούτα στο κεφάλι, για να μη το λούσω στο δικό τους!
μετά να δεις χαρούλες που έκαναν όταν έβλεπαν τη μαμά με τα νιανιά στο κεφάλι!! ξεκαρδιζόντουσαν οι αγάπες μου..

με το μωρό μας, μετά από τόσα χρόνια έχω φτάσει σε ενα αποδεκτό σημείο: δεν τρώει φρούτα, αλλά τρώει σαλάτες.
εντάξει, καλά είμαστε κι έτσι.

με τη μεγάλη έχουμε φτάσει σ' ένα ακόμα καλύτερο σημείο: νοιαζόμαστε για κυτταρίτιδες κι επιδερμίδες και μαλλιά κι αποφασίσαμε να τρώμε φρούτα!
έτσι της ήρθε η επιφοίτηση σήμερα το πρωί, κι έτσι κατέγραψα ακριβώς το τηλεφώνημα της στον πατέρα της.

καθότι, όποια φρούτα και σαλατικά μπαίνουν σ' αυτό το σπίτι δεν είναι ό,τι κι ό,τι. Οοοχι!!!
ο κουβαλητής του σπιτιού φέρνει μόνο βιολογικά.

γενικά έχουμε μία λατρεία ως οικογένεια σ' όλα τα βιολογικά.
να βρούμε εμείς σκουλήκι στο μήλο ή ψαλίδα στο μαρούλι; μόνο που δε χορεύουμε απ' τη χαρά μας (ντροπαλά ομολογώ πως μια φορά πιαστήκαμε χέρι χέρι με τον άντρα μου κι εκτελέσαμε κι έναν καουμπόικο χορό).

όλη η γειτονιά το μαθαίνει:
-Μαριλένααα σκουλήκι!
-που 'ντο, που 'ντο;
-να, για δες!


Ο Χρόνης κρατάει το σκουλήκι κι αυτό συστρέφεται στο χέρι του.

-Ελένη έλα να δεις: σκουλήκι!
-να ξεράσω τώρα ή μετά;
-βρε, αυτό σημαίνει πως δεν έχει χημικά το μήλο.
-κι είχα μια ένοιαααα!! να 'χει χημικά το μήλο ή να μην έχει; μάτι δεν έκλεισα όλη τη νύχτα!

αυτά τα παιδιά (μου) είναι εντελώς αχάριστα.

τέλος πάντων, μιας κ αποφάσισε να αρχίσει την κούρα ομορφιάς, τηλεφώνησε στον πατέρα της.

-έλα μπαμπά. γυρίζοντας μπορείς να μου φέρεις μερικά φρούτα;
-μπα, μπα!! πως κι αυτό;
-έλα λέγε! μπορείς;
-τι θες να σου φέρω;
-θέλω μπανάνες και ροδάκινα
-σίγουρα θες αυτά;
-ναι!
-ξέρεις πως είναι;
-βέβαια.
-για πες!
-τα ροδάκινα δεν είναι αυτά που είναι μεγαλύτερα απ' τα βερύκοκα; που μοιάζουν με τα βερύκοκα;
-ναι, και έχουν το ίδιο μέγεθος;
-όχι, το ίδιο προφίλ..


λοιπόν δε μου είπατε: εσείς τρώτε φρούτα;

Σκέψεις του γαύρου


σκέψεις του γαύρου ονομάζονται οι σκέψεις που κάνω όταν καθαρίζω γαύρο.
είμαι σκυμένη στον νεροχύτη, πάνω από τα ψάρια και δίπλα μου η γάτα έχει σηκωθεί στα πίσω της πόδια φτάνοντας με τα μπροστινά τον νεροχύτη.
προσπαθεί απλώνοντας τα νύχια της να πιάσει κανα γαυράκι, αλλά μπααα, με την επιθυμία μένει.

"τι ψάρια ειν' αυτά; κανονικά, της θάλασσας;"

μια απ' τα ίδια κάθε Τρίτη.
ααα, μα δεν είναι ζωή αυτή!
αν ήμουν άντρας θα 'λεγα "θα μπαρκάρω" τώρα όμως τους λέω "για ήσυχα, γιατί θα πάω στις play mate!!".
ξεκαρδίζονται στα γέλια
"σκασμός, αυθαδέστατες! τι μου λείπει βρε για τις play mate;"

η μικρή με κοιτάει στα μάτια. ιδέα δεν έχει ποιες είναι οι πλέι μέιτ και τι ακριβώς κάνουν.
"άντε μπράβο τώρα, έξω από την κουζίνα" φεύγουν γελώντας.

λοιπόν, είναι τρίτη και καθαρίζω γαύρο. θα κάνω τον μισό στο φούρνο, τον άλλο μισό στο τηγάνι. με σαλάτα και λεμόνι.
έχει πολλή ζέστη στην κουζίνα. νιώθω σα να λιώνουν τα πάντα γύρω μου. όμως, κρύο καφέ δεν μπορώ να πιώ, όλα κι όλα!
τα γάντια έχουν αρχίσει και τελειώνουν, πρέπει να πάρω άλλα. τα γάντια της κουζίνας εννοώ. αυτά που είναι μιας χρήσεως και που τα χρησιμοποιώ όταν καθαρίζω γαύρο, ή ετοιμάζω κρέας.

θυμάμαι ένα καλοκαίρι, που το μωρό μου, ήθελε να βάλει γάντια. της είχαν λείψει πολύ τα χειμωνιάτικα της ρούχα.
ξέρετε τι λέω. αυτό που σε πιάνει μια νοσταλγία για τον χειμώνα το κατακαλόκαιρο;

μόνο το σχολείο δε νοσταλγούν οι δικές μου. όταν πήγαιναν προνήπιο και νήπιο, ήταν διαφορετικά. τότε περίμεναν πότε θ' ανοίξει. σαν άρχισαν όμως να ζορίζονται, μην είδατε τον Παναή..
θυμάμαι την Ελένη, πόσο περίμενε να πάει σχολείο. και δεν την απογοήτευσε καθόλου. περνούσε υπέροχα στα προνήπια.

μόλις τέλειωσε η χρονιά, φύγαμε για διακοπές.
στις διακοπές, τις πρώτες μέρες άρχισε να έχει πυρετό. πολύ υψηλό πυρετό, που δεν έπεφτε με τίποτα.
την πήγαμε στον εκεί γιατρό, διέγνωσε αμυγδαλίτιδα κι άρχισε αντιβίωση.
μα ο πυρετός δεν έπεφτε παρ' όλα τα αντιπυρετικά και βελτίωση δεν υπήρχε παρ' όλη την αντιβίωση.
έτσι, την πήραμε και τρέξαμε με την ψυχή στο στόμα στο Αγ. Σοφία.
διάγνωση: λοιμώδης μονοπυρήνωση.

έμεινε στο νοσοκομείο δέκα μέρες. έμεινα στο νοσοκομείο δέκα μέρες. δεν έφυγα ούτε λεπτό, εκεί κοιμόμουν, εκεί έτρωγα, εκεί έκανα μπάνιο.
ο πατέρας της, ερχόταν το βραδάκι, έμενε μαζί μας όλη τη νύχτα και πρόσεχε το παιδί, για να μπορέσω να κοιμηθώ κι εγώ λίγο στην καρέκλα.
το πρωι στις έξι πήγαινε απο το σπίτι, άλλαζε κι έφευγε απευθείας για τη δουλειά.

όταν βγήκαμε, ήταν για μας εθνική γιορτή. φτάσαμε σπίτι και πετούσαμε.
το απόγευμα ήρθε η γιαγιά της να την πάρει, να πάνε στις κούνιες να παίξει.
η Ελένη φορούσε μια στολή πριγκίπισσας, για μεγάλη μου ντροπή ομολογώ πως οι κόρες μου έχουν μια λόξα με τις πριγκίπισσες γενικότερα.
ήθελε λοιπόν να πάει στις κούνιες με την αποκριάτικη στολή.

"βρε καλό μου, βρε γλυκό μου, θα γελάει ο κόσμος μαζί σου.." 
αυτή τίποτα.
"αγάπη μου, κανένα άλλο παιδάκι δε ντύνεται αποκριάτικα μεσ' στο καλοκαίρι"
"δε ντύνομαι αποκριάτικα, ντύνομαι Πριγκίπισσα!"

μέχρι που αγανακτισμένη (με μας) φώναξε η γιαγιά της
"αφήστε το παιδί πια! έτσι θα το πάω στις κούνιες! έτσι θέλει, έτσι θα το πάω!"

ακόμα θυμάμαι το αλλόκοτο θέαμα της γιαγιάς με την Ελένη-πριγκίπισσα χέρι χέρι να περνάνε Ιούλιο μήνα το δρόμο για να πάνε στις κούνιες.
....................................................................
"μαμά, να βάλω νερό;"
η Ραφ έχει μπει στην κουζίνα και στέκεται δίπλα μου.
"να βάλεις"
"είναι καθαρά στο πλυντήριο;"
"είναι"

ανοίγει το πλυντήριο, παίρνει ένα ποτήρι και το γεμίζει νερό.
πίνει, κρατώντας το προσεκτικά και με τα δυο της χέρια κι όταν το αδειάζει το αφήνει μπααμ!! στο τραπέζι.
πετάγομαι μέχρι το ταβάνι με τον θόρυβο, αλλά δεν της λέω τίποτα: πόσες φορές μπορεί ένας άνθρωπος να επαναλάβει το ίδιο πράγμα;
έπειτα έρχεται κοντά μου, σηκώνει το κεφάλι, με κοιτάζει και ρωτάει σοβαρά:

"θα πας στα play mobile τελικά;"

Τελειώσαμε


τελειώσαμε, τελειώσαμε, αποφοιτήσαμε.


      ώπα!!

Ο Πακιστανός


ο Χρόνης, είναι ένας άνθρωπος λόου προφάιλ (έτσι, επιτηδευμένως το γραψα, να θαυμάσετε γνώση της αγγλικής!), πολύ μελαχροινός (αλλά όχι προς το καρβουνί), ο οποίος την τελευταία πενταετία έχει αφήσει γένια, τα οποία γένια είναι κι αυτά μαύρα (προς το καρβουνί και προς το πισσί, της πίσσας) που έχουν αρχίσει και γκριζάρουν αρκετά..

είναι αδύνατος, κανονικού αναστήματος (η μαμά του βέβαια, οσάκις τον βλέπει, αναφωνεί με θαυμασμό: πόσο ψηλός είσαι αγόρι μου!!! και τον φιλάει με καμάρι) κι αυτά αρκούν ως προς την εμφάνιση του και ως προς ένα τμήμα του χαρακτήρα του.

έχει μία εξωφρενική συνήθεια: βγάζει τα σκουπίδια μέρα παρά μέρα. κατά τις 11 - 11.30 το βράδυ, τραβάει τη σκουπιδοσακκούλα από τον μεγάλο πλαστικό σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας και φωνάζει "σκουπίδιαααααααα".
τότε πρέπει εμείς, με ταχύτητα αστραπής να τρέξουμε να αδειάσουμε τα καλάθια των γραφείων μας, μέσα στη σκουπιδοσακκούλα, γιατί αν δεν προλάβουμε, το χάσαμε το παιχνίδι: θα πρέπει να περιμένουμε δυο μέρες για να τ' αδειάσουμε ξανά.

μετά, παίρνει τη σκουπιδοσακκούλα, κατεβαίνει με το ασανσέρ, ανοίγει την εξώπορτα και την πετάει μέσα στον κάδο.
ενίοτε, αυτή η χαριτωμένη ρουτίνα διακόπτεται, γιατί κάτι έχει τρέξει από τη σκουπιδοσακκούλα, οπότε γυρίζει, με επιπλήττει, καθότι έχει καταλάβει πως πέταξα ύπουλα κάποιο μπουκάλι με νερό στον σκουπιδοτενεκέ και με στέλνει με τη σφουγγαρίστρα να καθαρίσω το πάτωμα του ασανσέρ.

κατά τις 11 λοιπόν, ξεκινά η συνηθισμένη ιστορία: τράβηγμα σακούλας, "σκουπίδιααα", τρέχω εγώ κι η μεγάλη με τα καλάθια μας ανά χείρας, τα αδειάζουμε, παίρνει τη σακκούλα και φεύγει.
κατεβαίνει κάτω, ανοίγει την εξώπορτα, ρίχνει τα σκουπίδια στον κάδο, και γυρίζει να μπει στο σπίτι.

όπου ένας κύριος τον πλησιάζει και του λέει:
"Πακιστάν; Πακιστάν;"
ο Χρόνης στην αρχή δεν καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο άλλος, αλλά μετά μπαίνει στο νόημα.
"εγώ; όχι, Έλληνας, από δω είμαι"
"έλα Πακιστάν, μη ντρέπεσαι! σας καταλαβαίνω εγώ!"
και του χαμογελάει αστραφτερά.
ο άλλος αμήχανος, ανταποδίδει το χαμόγελο.
"παιδάκια έχεις, πακιστάν;"

εδώ θα μου πείτε, γιατί συνεχίζεται όλο αυτό και δεν σηκώνεται ο Πακιστανός να μπει μέσα στο σπίτι του να τελειώνει; έλα μου ντε!
ο άγνωστος κύριος δείχνει τόσο ενθουσιασμένος που τον βρήκε, έτσι που ο άντρας μου ντρέπεται να φύγει.

"λέω, παιδάκια έχεις;"
"έχω. δυο κόρες"
"να! πάρε να παίζουν τα παιδάκια σου!"

και βγάζει απ' την τσέπη του και του δίνει ένα μάτσο μεταχειρισμένες τηλεκάρτες.

"όχι, όχι, ευχαριστώ. δεν πειράζει. κρατήστε τις"
"πάρε, πάρε, μη ντρέπεσαι. πάρε να παίζουν τα παιδάκια σου!!"

και του τις δίνει με το ζόρι.
ο Χρόνης (ακόμα αμήχανος) τις παίρνει.
"ευχαριστώ. καληνύχτα"
"καληνύχτα, καληνύχτα"
και φεύγει κατευχαριστημένος που θα κάνει χαρούμενα τα παιδάκια του Πακιστανού.

και να 'σου τον τώρα, μπροστά μου, στην κουζίνα, να μου διηγείται την όλη φάση.
και να κρατάει και τις τηλεκάρτες.
εγώ να 'χω γονατίσει απ' τα γέλια και να μη μπορώ να πάρω ανάσα, προσπαθώντας να μη ξυπνήσω το ένα Πακιστανάκι που κοιμάται, γιατί είναι ήδη περασμένη η ώρα.
το άλλο απορεί "μα καλά κι εσύ βρε μπαμπά τις πήρες; αν είναι δυνατόν!"

θα 'θελα να 'ξερα, συμβαίνουν και σ' άλλους αυτά ή μόνο σ' εμάς;
άγνωστον..

Ο Βιονέος



"μαμά, μαμάαα να σου πω ένα τραγούδι;"
"τώρα που γράφω;"
"τώρα, πότε, αύριο;"
"αύριο είναι καλή ιδέα"
"αύριο γίνεται η αποφοίτηση!!!" (από την πρώτη δημοτικού..)
"καλά, καλά. πες μου τώρα το τραγούδι"
"ποιο θες;"
"καλέ! δεν θες να πεις κάποιο συγκεκριμένο;"
"τι εννοείς "συγκεκριμένο";
"ουφ, καλά! πες όποιο θες εσύ"
"δε θες να διαλέξεις; αφού εσύ θες ν' ακούσεις τραγούδι!"
"εγώ θέλω;; εσύ δεν ήρθες να μου τραγουδήσεις; εγώ σε φώναξα;"
"όχι, αλλά το ήθελες. ποιο να πω, πες, έλαα"
"καλά. το Ηταν ένα μικρό καράβι"

"ήταν ένα μικρό καράβι, ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν α-α-αταξίδευτο, που ήταν α-α-αταξίδευτο
οε οε οε οε οεεε
.............................................................................
κι ο κλήρος πέφτει στον βιονέο, κι ο κλήρος πέφτει στον βιονέο

μαμά, τι είναι ο βιονέος;"

Η εκδρομή


"πως περάσατε, όμορφα;"
"και όταν πηγαίναμε και στις χελώνες, πολύ όμορφα"
"κι όταν γυρίζατε."
"όχι, όχι όταν γυρίζαμε"
"γιατί, τσακωθήκατε με τη Δήμητρα;"
"δεν κάθησα με τη Δήμητρα"
"γιατί δεν καθήσατε μαζί;"
"δεν ξέρω. η κυρία Μίνα μας έβαλε χωριστά"
"εσάς μόνο ή όλα τα παιδιά;"
"έβαλε ένα παιδί από τη δική μας τάξη, μ' ένα παιδί από τη δική της"
"εε κι αυτό σου χάλασε το κέφι;"
"όχι μόνο αυτό. φώναζε κιόλας."
"ε και; κι η κυρίας σας φωνάζει. κι εγώ φωνάζω. σιγά!"
"η κυρία Μίνα φωνάζει πάρα πολύ. είναι αλλιώς. είναι σκληρή!"


το να ακούς από το στόμα ενός σχεδόν επτάχρονου, πως μια δασκάλα είναι "σκληρή", σας πληροφορώ πως είναι άκρως σοκαριστικό.
δεν ήξερα καν πως η Ραφαηλία μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το επίθετο, ως μεταφορά.
γι' αυτήν "σκληρή" είναι η μπριζόλα, το κρέας, μερικές φορές και το κουλούρι. τουλάχιστον έτσι νόμιζα ως τώρα.

όταν ξεπέρασα το πρώτο σοκ, ήρθε και το δεύτερο: η κυρία Μίνα θεώρησε σωστό, να βάλει στο πούλμαν, κάθε πρωτάκι με κάθε δευτεράκι, για να 'χει το οξυζεναρισμένο της κεφάλι ήσυχο!
στα παλιά της τα παπούτσια, αν το κάθε παιδάκι ήθελε το φίλο του για να καθήσουν δίπλα δίπλα και να μοιραστούν τις εντυπώσεις για τις χελώνες ή να μή μοιραστούν καμμιά εντύπωση αλλά να κρατιούνται χέρι χέρι και να μισοκοιμούνται στο κάθισμα κουρασμένα από τη βόλτα ή να σιγοτραγουδούν παρέα το "ποιος ζει στη θάλασσα σε ανανά; ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης!!!".

αυτή, σκεπτόμενη σαν άξιος διευθυντής φυλακών, έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε, για να έχει ησυχία στο πούλμαν: έβαλε άγνωστα παιδάκια μεταξύ τους να καθήσουν δίπλα δίπλα.
και όντως επικρατούσε ησυχία στο πούλμαν. ούτε τραγουδάκια, ούτε γελάκια, ούτε κάτι τέτοιο.

μόνο η Δήμητρα, που καθόταν μόνη της στο πίσω κάθισμα ακουγόταν, καθώς έκλαιγε γιατί την είχαν χωρίσει με τη Ραφαηλία, γιατί είχε ζαλιστεί και φοβόταν πως θα κάνει εμετό και γιατί την πονούσε η κοιλιά της από το άγχος.
αλλά όπως είπε μετά στη μαμά της:
"εκλαιγα, έκλαιγα γιατί ήμουν μόνη μου, αλλά κράταγα στο χέρι μου και τη χελώνα και παρηγοριόμουν που την κοίταγα"
εννοώντας ένα στρογγυλό αυτοκολλητάκι της καρέτα-καρέτα.

δράμα ολόκληρο, θα μου πείτε πως το κάνω.
όμως όχι, δεν είναι έτσι.
έπρεπε να τα βλέπατε τα πιτσιρίκια πως κατέβαιναν από το πούλμαν: ήσυχα και ταλαιπωρημένα, χωρίς φωνές και γέλια, χωρίς ανυπομονησία να μας πουν πως τα πέρασαν, πειθαρχημένα σαν στρατιωτάκια.

ίσως έτσι να είναι το σωστό. δεν ξέρω. ξέρω πάντως , πως αν αυτό γίνει μόνιμη τακτική, να συνοδεύει δηλαδή η κυρία Μίνα τα παιδιά στις εκπαιδευτικές εκδρομές και να τα κάνει να νιώθουν τον αέρα του σωφρονιστικού ιδρύματος, η Ραφαηλία θα κόψει τις συγκεκριμένες εκδρομές.
θα ζήσει και χωρίς αυτές, δεν πειράζει.

και στο κάτω κάτω, καλύτερα να φτιάχνει παζλ με την καρέτα καρέτα στο σπίτι, παρά να νοιώθει το άγγιγμα της τσούχτρας στο πούλμαν και στο θαλάσσιο πάρκο.

Το διάβασμα


"θέλω να πάρω το κοράκι" μου είπε η Ελένη, πριν από κανά μισάωρο.
"ο Οράτιος δε σου φτάνει; οι γάτες; η χελώνα; θες κι άλλα για την καμπούρα μου; κοράκι εδώ μέσα πάντως δεν μπαίνει, πάει και τελείωσε!"
"το Κοράκι του Πόε, εννοώ! άσχετη!"
και βγήκε απ' το δωμάτιο τινάζοντας την αλογοουρά της.
"βρωμόπαιδο" μουρμούρισα μεσ' απ' τα δόντια μου, για να εισπράξω την άμεση απάντηση
"το άκουσα αυτό!"
"ναι, κόψε μου το επίδομα τώρα που τ' άκουσες"
της φώναξα, αλλά πλέον είχε βάλει το mp3 της κι έτσι δεν μ' άκουσε..

αυτό το mp3 έχει φυτρώσει πλέον στ' αυτιά της κόρης μου.
έχει γίνει αιτία για χοντρούς καυγάδες, έχει γίνει αιτία να μου σπάσουν τα δύστυχα τα νεύρα μου, έχει γίνει αιτία να γίνω ρεζίλι στον δρόμο μεσημεριάτικα..

εγώ να φωνάζω Ελένηηη, Ελένηηη κι αυτή να χει το ρημάδι στ' αυτιά της και αγρόν να αγοράζει! να με κοιτάνε οι περαστικοί, να βγάζουν το κεφάλι τους από τ' αυτοκίνητα οι οδηγοί και οι συνεπιβάτες τους, να έρθει τρέχοντας ένας λαχειοπώλης για να φωνάξει κι αυτός μαζί μου "Ελένηηη", αυτή τίποτα.
εεε αγάπη μου, τέρμα τα ντεσιμπέλ, και τον εγκέφαλο θα σου κουρκουτιάσουν, και τα αυτιά σου θα στα παροπλίσουν. τι νομίζεις, έτσι φτηνά θα τη γλυτώσεις;

αλλά το θέμα, δεν είναι τα ντεσιμπέλ και το Κοράκι.
το θέμα είναι το διάβασμα. αυτό που υποτίθεται πως κάνουμε όταν καθόμαστε στο γραφείο μας, και παίρνουμε το βιβλιαράκι μας και σκύβουμε από πάνω; αυτό!

οσάκις μπω στο δωμάτιο, το παιδί μου, δε μελετά το βιβλίο του. το παιδί μου μελετά το ταβάνι!
κάτι θα βλέπει εκεί η οραματίστρια, δε μπορεί. είναι δε τόσο απορροφημένη, που χαμπάρι δεν παίρνει τι γίνεται γύρω της.
μετά λοιπόν, από καμμιάς ώρας τέτοιου είδους "διαβάσματος" σειρά έχει το ψυγείο. από κει "χτυπάει" παγωτά! το τι ξυλάκι έχει φάει τον τελευταίο καιρό, δε λέγεται!
κι αν της πω "μα βρε αγάπη μου, πάλι παγωτό;" θα μου απαντήσει μονολεκτικά "ασβέστιο".
τόσο αδιάντροπα χρησιμοποιεί τα ίδια μου τα όπλα για να κάνει το δικό της.
δεν μπορώ καν να χρησιμοποιήσω το κόλπο "Πρόσεχε, θα παχύνεις", γιατί είναι λεπτή. εκνευριστικά λεπτή, του στυλ, ό,τι και να φάει, ίδια παραμένει.

αγώνα έδωσα όταν ήταν μικρούλα μπας και την παχύνω, αλλά μπα! τον ίδιο αγώνα δίνω και για τη Ραφαηλία, αλλά μπα κι εκεί.. αυτός ειναι κι ο κρυφός καημός μου: να έχω στρουμπουλά παιδάκια, να τα τσιμπάς και να χαίρεσαι.
τα δικά μου είναι αδύνατα και με σταματάνε στο δρόμο και μου το λένε (για τη Ραφαηλία πια, η Ελένη έχει μεγαλώσει), λες και δεν το 'ξερα, την κυρα Κούλα περίμενα να μου το πει.
τέλος πάντων, έφυγα του θέματος.

μετά το ψυγείο λοιπόν, σειρά έχει το διάλειμμα.
"βρε, τώρα δεν έκανες διάλειμμα;"
"έφαγα! Αυτό το λες εσύ "διάλειμμα";"


διάλειμμα λοιπόν σημαίνει πως θα αράξει με το λαπ τοπ της στο γραφείο και ή θα γράφει στο αγαπημένο της φόρουμ ή θα συνομιλεί με άλλους δουλευταράδες σαν κι αυτήν στο μσν.
μετά το μσν, "ξαναδιαβάζει". για κάνα δίωρο.
πιστεύω πως είναι η μόνη ώρα της μέρας, που ασχολείται σοβαρά.

μετά, ακολουθεί πάλι η γνωστή διαδικασία, διανθισμένη από τις φωνές της Ραφαηλίας
"μαμάααα, η Ελένη δεν μ' αφήνει να ανέβω στην κουκέτα της"
και από τις φωνές της Ελένης επίσης
"δε μαζεύεις το τρολ σου; διαβάζω"
"μαμάαα, με είπε τροοοολ"
που και που και από τις δικές μου
"να σηκωθώ να φύγω, να τρέχετε στη Νικολούλη για να με βρείτε!"
αργά το βράδι πια, την ώρα που όλοι οι μαθητές κοιμούνται, η Ελένη ξαπλωμένη βλέπει Simpsons. κι όταν λέμε αργά, εννοούμε στη μία.
"αντε μωρό μου, κλείστο, αύριο πως θα σηκωθείς;"
"χαλαρώνω μαμά"
μου χαμογελάει στο μισοφωτισμένο δωμάτιο.

κι είναι τόσο απίστευτα γλυκό αυτό το χαμόγελο, κι έχει μεγαλώσει τόσο πολύ η πριγκίπισσα μου, και τελικά είναι τόσο καλό παιδί, που παρ' όλη την αγανάκτηση μου, κρατάω βαθιά μέσα μου τη δυνατή φωνή που είναι έτοιμη να βγεί και να της τσιρίξει: "από τι χαλαρώνεις βρε; από το μεταπτυχιακό της λούφας;"

καλή επιτυχία εύχομαι, μέσα από την καρδιά μου, σ' όλους του ιδίου τύπου  μαθητές, της δευτέρας λυκείου.

Ladies can we play the game?


η rodoula-kelly έστειλε πρόσκληση. και τι πρόσκληση! περιγραφή του άντρα των ονείρων μου.
"αχχχ, ωραίο θέμα", της είπα και όντως πολύ με εμπνέει.

λοιπόν ξεκινάμε..

ο άντρας των ονείρων μου πρώτα απ' όλα, θα πρέπει να με στηρίζει. σε όποια βλακεία ή εξυπνάδα σκεφτώ ή κάνω. βρε και στα λάθη μου να λέει  "αφού γουστάρεις, κούκλα μου, δώστου!" και μετά να φυσάει τη μύτη του σε μαντήλι, όχι σε χαρτομάντηλο.
μετά, να πλένει ο ίδιος το μαντήλι, γιατί εγώ σιχαίνομαι.

θα πρέπει να με κάνει να γελάω. να ξεκαρδίζομαι, να χτυπιέμαι στο γέλιο, γιατί εγώ είμαι φύσει (και θέση μπορώ να πω) μελαγχολική.

για παράδειγμα, το ηλιοβασίλεμα, εκεί που πάει να στάξει ένα χλωμό μου δάκρυ, να ορμάει στο δωμάτιο και να ρίχνει ένα ζεϊμπέκικο! μόνος του, λεβέντικα, παλικαρίσια!

δεν ξέρετε τι γέλιο κάνω εγώ με το ζεϊμπέκικο! κι όσο πιο πολύ πηδάνε και σηκώνουν τα πόδια, τόσο χτυπιέμαι στο γέλιο εγώ.
πολλές φορές μ' έχουν παρεξηγήσει, αλλά δε φταίω. αυτόματα γίνεται.

δεν θα πρέπει να είναι τσιγκούνης. αυτούς με τα καβούρια στις τσέπες, ποτέ μου δεν τους χώνεψα!

βγάζουν έξω μια κοπέλα για φαί και της παραγγέλνουνε κουβέρ.

μου 'χει τύχει κι όταν διαμαρτυρήθηκα η απάντηση ήταν: "να σου παραγγείλω και βουτυράκι;"

δεν θέλω καμμία ματαιοδοξία πάνω του. δεν θέλω να με σπρώχνει για να του κάνω χώρο στον καθρέφτη, ούτε να βάζει τις κρέμες και τα αφροντούς μου. κάποτε είχα βγει μ' έναν τύπο για καφέ. μιλούσαμε όταν σε κάποια στιγμή, έσκυψε κι έβγαλε μια τσατσάρα μέσα από την κάλτσα του!

χτενίστηκε και μετά την ξανάβαλε στην κάλτσα. μετά μου χαμογέλασε. μετά σηκώθηκα κι έφυγα.

δεν θέλω να σκαλίζει τη μύτη του ή τα αυτιά του. χειρότερο, αφού τα σκαλίσει να επιθεωρήσει τα ευρήματα. ακόμα χειρότερο, αφου τα επιθεωρήσει, να πει ενθουσιασμένος "για κοίτα, έχεις δει κάτι τέτοιο ποτέ; τόσο μεγάλο;;"

δεν θέλω να έχει ονομάσει κάποιο ιδιαίτερο σημείο του σώματος του και να αναφέρεται σ' αυτό λες κι είναι ξεχωριστή ύπαρξη. του τύπου "μωρό μου, τον Μπούλη τον χαιρέτισες; αυτός χαίρεται πολύ που σε βλέπει!"

θέλω να είναι καθαρός κι όχι να βγάζει τα παπούτσια του και να λιποθυμάω από τις φονικές αναθυμιάσεις.

θέλω στις επετείους και στα γενέθλια να μου κάνει δώρα κι όχι να μου λεει "Εγώ είμαι το δώρο σου!". Αυτό το δώρο, δεν μπορείς να το επιστρέψεις.

θέλω να είναι λεπτός στους τρόπους κι όχι να χαζογελάει με κάτι που δεν καταλαβαίνει συνοδεύοντας το γελάκι του με τη φράση "άκου, άκου! αυτά απ' την κοιλιά σου τα 'βγαλες;"

θέλω όταν του διηγούμαι κάποιο όνειρο να το ακούει με προσοχή κι όχι να μου απαντάει στερεότυπα "θάτανε ξέσκεπος ο κ... σου"

εν ολίγοις, αυτά είναι τα χαρίσματα που θέλω να έχει ο άντρας των ονείρων μου.

τώρα για την εμφάνιση, δε με πολυνοιάζει.

ψηλός να 'ναι, μελαχροινός να 'ναι, γυμνασμένος να 'ναι, θεληματικό πηγούνι να 'χει, δικέφαλοι, τετρακέφαλοι, πολυκέφαλοι να 'ναι στη θέση τους και μια χαρά είμαστε.

ολιγαρκείς.

εγώ, στα ψυχικά είναι που δίνω σημασία!!

Η επίδειξη (μέρος δεύτερο)


μόλις η φίλη μας κάθησε, οι υπόλοιπες σταματήσαμε να κουβεντιάζουμε και ετοιμαστήκαμε να θαυμάσουμε την αναζωογόνηση του προσώπου της.
η Κυρία, την έβαλε να καθήσει όπως καθόμαστε στον οδοντίατρο, με τη διαφορά πως αφού δεν υπήρχε φυσικά το μαξιλαράκι της καρέκλας του οδοντιάτρου που ακουμπάμε το κεφάλι μας, η καημένη η Μαίρη, το κρατούσε στον αέρα.
"βολεύτηκες γλυκειά μου;" 
τι να πει η Μαίρη;
"μια χαρά είμαι, συνεχίστε"
στον καναπέ, εγώ στοιχημάτιζα με τη Δήμητρα, για το πόσο ακόμα θα μπορούσε να κρατήσει το κεφάλι της έτσι.

η Κυρία πήρε ένα βαμβάκι κι άρχισε να σκουπίζει το πρόσωπό της Μαίρης, εξηγώντας μας με ήρεμη φωνή τι ακριβώς έκανε.
"καθαρίζουμε με γαλάκτωμα για "ευαίσθητο δέρμα". αυτό περιέχει ιαματικό νερό, το οποίο προέρχεται από τις φημισμένες πηγές του Ελβετοποτάμου, που στις όχθες του παίζουν χαρωπά τα Ελβετοπαίδια και που κανένας δεν πετάει κουτάκια μπύρας στο νερό, ούτε φτύνει, ούτε κατουράει, και που έρχεται από κει απευθείας για σας κυρίες μου!"
και με το "για σας κυρίες μου" σκούπισε το πρόσωπο της Μαίρης και μας κοίταξε μ' ενα αστραποβόλο χαμόγελο.
σε μένα σούφρωσε τα φρύδια της, αλλά δεν το έκανα θέμα. πήρα μια χούφτα πατατάκια και μπουκώθηκα.

έπειτα, άνοιξε ένα βαζάκι με μια φωσφοριζέ πράσινη κρέμα. 
"αυτή, είναι η μαγική μάσκα μας. έχει την ιδιότητα να απορροφά όλα τα τοξικά στοιχεία που κρύβονται κάτω από την επιδερμίδα σας. είναι οργανική!!"

έχετε δει αυτή την παλιά ταινία, τη Μάζα; ίδια με τη Μάζα ήταν η μαγική μάσκα της.
έντρομη την είδα να την απλώνει στο πρόσωπο της φίλης μου. η οποία φίλη μου είχε αρχίσει να πιάνεται τόση ώρα με το κεφάλι στον αέρα και το υπόλοιπο σώμα ημιξαπλωτό στην καρέκλα.

άλλαζε λίγο λίγο θέση, μέχρι που της ήρθε ορθά κοφτά η παρατήρηση "μη κουνιέσαι γλυκειά μου" και ακινητοποιήθηκε ξανά.
εν τω μεταξύ η μάσκα είχε πετρώσει στο πρόσωπο της κι όσο πέτρωνε, τόσο η Κυρία χαμογελώντας και δείχνοντας με το δάχτυλο διάφορα σημεία, μια στα ρουθούνια, μια στο μέτωπο, μια στο σαγόνι, μας εξηγούσε πως μιλιούνια ακαθαρσιών κρύβονται από κάτω!

είχα σκύψει μπροστά με αμέριστο ενδιαφέρον και περίμενα το ζωύφιο να βγει από τους πόρους της Μαίρης, όταν η Κυρία με κατακεραύνωσε σμίγοντας τα φραύδια της και έγειρα πάλι πίσω στον καναπέ, ξαναπαίρνοντας μια χούφτα πατατάκια, ενώ η Δήμητρα με σκουντούσε:
"έλα το ρευστό, έχασες το στοίχημα."
"καλά βρε αναίσθητη, δε ντρέπεσαι λιγάκι; η άλλη να υποφέρει και συ το νου σου στα λεφτά;"
"έλα δωσ' μου το στοίχημα και θα ντραπώ μετά!"


η Μαίρη μπροστά μας είχε βγάλει τη μάσκα και τώρα η Κυρία της έκανε μασάζ με μια κρέμα φυσιολογικού χρώματος, εξηγώντας μας ταυτόχρονα, ποσο ευεργετικό αποτέλεσμα έχει το μασάζ στη μούρη! "Κυνηγό της ρυτίδας και της χαλάρωσης" το ονόμαζε.
κάπως ποιητικό ομολογώ..
τόσο, που όταν βάζετε την κρέμα και σας πάρουν τηλέφωνο αντί να πείτε, "μισό λεπτό, έρχομαι" μπορείτε να εντυπωσιάσετε ως εξής "περίμενε λιγάκι, έχω τον Κυνηγό στο πρόσωπό μου!".

μετά την κρέμα, ήρθε η σειρά του μακιγιάζ. όλες πληροφορηθήκαμε πως τα χρώματα που ταιριάζουν στη Μαίρη είναι τα "κοραλένια" γιατί είναι "άτονη" (ναι, ναι έτσι το 'πε: άτονη) και τα μπεζ "τη σκοτώνουν".
της άπλωσε λοιπόν πορτοκαλοκόκκινα χρώματα παντού (μόνο η μάσκαρα ειχε φυσιολογικό μαύρο χρώμα) κι η Μαίρη μας ήταν έτοιμη πια είτε για τον χορό της βροχής, είτε για τον χορό του πολέμου. εναλλακτικά θα μπορούσε να πιάσει δουλειά και στο τομαχώκ στην πλατεία.

και παραπονιόμουν εγώ για την όψη του βρυκόλακα..

και ήρθε φυσικά και η σειρά των μαλλιών. η Κυρία αποφάσισε να τα χτενίσει στα γρήγορα, για να "δείξει το μακιγιάζ".
αφού πήρε τη βούρτσα, αφού δυσανασχέτησε (τσ τσ τσ, μάσκα δε βάζεις ποτέ γλυκειά μου; είναι τόσο αφυδατωμένα!) κατέληξε σ' ένα στύλ δεκαετίας 80, τύπου χαίτης μ' όρθιες φράντζες μπροστά, να δείχνουν σαν φλόγες πάνω από το μέτωπο.
οι υπόλοιπες αποφεύγαμε να κοιταχτούμε στα μάτια, γιατί μία να έκανε την αρχή, όλες θα κυλιόμασταν στο πάτωμα. αλλά, πως να το κάνουμε, μια εύθυμη διάθεση, είχε διαρρεύσει στην ατμόσφαιρα.
η Μαίρη σηκώθηκε από την καρέκλα και ψιλοτρίκλισε λόγω ακινησίας και πιασίματος. κούνησε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά να το ζυγοσταθμίσει.
έπειτα η Κυρία την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στον μεγάλο καθρέφτη του χωλ.
η Μαίρη κοιτάχτηκε για λίγο.
θες που ήταν λίγο ζαλισμένη, θες που ο καθρέφτης που σκέπαζε την μία πλευρά του χωλ ήταν καινούριος και δεν είχε συνηθίσει να καθρεφτίζεται, θες να ήταν το ινδιάνικο πρόσωπο της, πάντως, άπλωσε το χέρι και είπε:
"καλησπέρα σας. τώρα ήρθατε;"

φυσικά η Μαίρη έχει γίνει μύθος από τότε.

η Κυρία, μια ώρα μετά ακόμα εκεί βρισκόταν, προσπαθώντας να μας πείσει να αγοράσουμε τα καλλυντικά. τα οποία ήταν πανάκριβα.
καμμιά δεν αγόρασε, εκτός από τη Μαίρη, που ντράπηκε κι ένιωθε κι υποχρεωμένη στην Κυρία τόσο για την κούρα όσο και για το μακιγιαζ που της έκανε.

εγώ, το στοίχημα δεν το πλήρωσα. η γαϊδούρα η Δήμητρα μ' είχε μαυρίσει στη τσιμπιά "δώσε" και "δώσε". και με κάθε τσιμπιά και σκουντιά χαχάνιζε η γελοία, που πεταγόμουν μέχρι εκεί πάνω!

αλλά τα λαμπράκια της Κυρίας, ευχαρίστως θα τα αγόραζα. η Ραφαηλία σίγουρα θα ξετρελαινόταν.
μόνο που φοβόμουν να τη ρωτήσω αν τα πουλούσε..

Η επίδειξη (μέρος πρώτο)


πόσες φορές πήρατε μέρος σε κάποια επίδειξη, "αγαθών" ας πούμε, σπίτι σας ή σε κάποιο άλλο φιλικό σπίτι;σε τάπερ, σε είδη σπιτιού, σε ρούχα, σε καλλυντικά, σε ό,τι θέλετε; εγώ έχω κάνει καριέρα με δαύτα.

ποτέ δεν αρνήθηκα πρόσκληση, είτε γιατί ντρεπόμουν, είτε γιατί βαριόμουν τη διαδικασία:
"έλα, σε παρακαλώ, πρέπει να μαζέψω τουλάχιστον δέκα άτομα"
"βαριέμαι"
"μια ώρα είναι όλη κι όλη!"
"βαριέμαι"
"θα σ' αρέσει θα δεις. θα έρθει κι η Αννα, κι η Μαίρη κι η Σοφία!"
"βαριέμαι"
"κάντο για μένα"
"βαριέμαι"
"για μένα είπα"
"..καλά"


είμαι λοιπόν το ιδανικό πρόσωπο για να το προσκαλέσεις σε μια βραδιά οιασδήποτε επίδειξης και με τους κατάλληλους χειρισμούς να το φορτώσεις από άχρηστα τάπερ έως ρόμπες μεταξωτές Ινδίας.
την τελευταία φορά που είχα μια τέτοιου είδους ευχάριστη εμπειρία, ήταν με καλλυντικά. τα οποία καλλυντικά δεν ήταν ό,τι κι ό,τι. ήταν φυτικά, ελβετικά, φυσικά πανάκριβα και που το όνομα τους άρχιζε από Ν αν θυμάμαι καλά, αλλά αδυνατώ να θυμηθώ το υπόλοιπο.

η πρόσκληση ήταν για τις έξι το απόγευμα, στις έξι παρά τέταρτο χτυπούσα το κουδούνι της φίλης μου. πίστευα ο βλαξ, πως αν θα πήγαινα νωρίτερα θα ξεμπέρδευα και νωρίτερα. πως το 'βγαλα αυτό το συμπέρασμα, απορώ. ποιος ξέρει όμως πως λειτουργεί το μυαλό του ανθρώπου πάνω στην απελπισία του..
ήμουν φυσικά η πρώτη.

στο μεγάλο τραπέζι του καθιστικού είχαν απλωθεί μπουκάλια και μπουκαλάκια, μπωλ, βαζάκια με νερό και δίπλα από το τραπέζι στεκόταν όρθια και τακτοποιούσε τις τελευταίες λεπτομέρειες η Κυρία που θα μας τα έδειχνε.
μια γυναίκα που είχε πατημένα τα 55, που απέπνεε σιγουριά και πειθώ και φορούσε ένα παράξενο ταγιερ. σα μεταλλικό μου φάνηκε. τέλος πάντων, ολόκληρη φαινόταν μεταλλική και κάπως τετράγωνη.
με μαλλιά τσιμεντωμένα πάνω στο κεφάλι της και με διάφορες παγιέτες καρφιτσωμένες στις τούφες.

θυμήθηκα πως ό,τι λάμπει, στρας, παγιέτες, σβαρόσφσκι κλπ η Ραφαηλία τα λέει "λαμπράκια" και μου ξέφυγε ένα νευρικό γελάκι που αμέσως την έκανε να ανασηκώσει το κεφάλι της και να μυρίσει τον αέρα σαν άλογο που οσμίζεται τη μυρωδιά της επερχόμενης μάχης.
με κοίταξε και κατάλαβα: το είχα χάσει το παιχνίδι. πριν καν αρχίσει. με κατέταξε αυτόματα στην κατηγορία "χαμένες". όχι ότι διαφωνούσα, αλλά άλλο να το λέω εγώ κι άλλο να με κατατάσσει αυτή.

η κατηγορία "χαμένες" για να σας δώσω να καταλάβετε (αν δεν έχετε εμπειρία επίδειξης καλλυντικών), είναι η κατηγορία όπου στην άβυσσο της βρίσκονται γυναίκες σαν εμένα: δεν φορούν καθημερινά μεικ απ, συχνά ξεχνούν να βάλουν μάσκα ομορφιάς, δεν βάφονται σχεδόν καθόλου, τριγυρνούν με αθλητικά παπούτσια και συχνάζουν σε ακατάλληλα μέρη όπως αυλές σχολείων, σούπερ μάρκετ και τζάμπο.

πλησίασα λοιπόν αμήχανα κι από πίσω ερχόταν η φίλη μου για να με παρουσιάσει στην Κυρία.
δεν πρόλαβε όμως να μας συστήσει, όταν χτύπησε το κουδούνι κι άρχισαν να 'ρχονται κι οι άλλες.

φιλιά και "τι κάνεις; σε χάσαμε, είπαμε, αλλά όχι κι έτσι!, έκοψες το κάπνισμα; μπράβο μωρό μου!" κι άλλα τέτοια ποικίλα και διάφορα.
τακτοποιηθήκαμε σε καναπέ και πολυθρόνες, ήρθαν κι οι καφέδες κι η Κυρία ζήτησε κάποια από μας να πλησιάσει, για να της κάνει όλη την κούρα της επίδειξης και στο τέλος να την βάψει. να την μακιγιάρει εννοώ.

εμένα, την τελευταία φορά που κάθησα να με βάψουν, με έβγαλαν ως βρυκόλακα-στην-τελευταία-του-εξόρμηση-πριν-το-φως-της-αυγής κι έτσι έκανα πως δεν άκουσα.
πήγε όμως η οικοδέσποινα. δε μπορούσε να κάνει κι άλλιώς.

άλλη έβηχε, άλλη κοίταζε αλλού, άλλη έλεγε " αα, εγώ δεν μπορώ, έχω ραντεβού μετά", εγώ ως συνήθως κοίταζα στο άπειρο με το ανέκφραστο βλέμμα ροφού στο πέλαγος.
όταν παίρνω αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα, δείχνω τόσο απροσπέλαστη που κανείς δεν τολμά να με πλησιάσει.

η οικοδέσποινα μας όμως, ως καλό και εύπιστο παιδάκι, το οποίο δε φανταζόταν τι μέλλει γενέσθαι, την πάτησε.
πλησίασε με αέρινο βήμα και (χο χο χο) κάθησε στην καρέκλα που της είχε ετοιμάσει η Κυρία..


Συνεχίζεται και (ευτυχώς) τελειώνει.

Τα πρωινά της Πέμπτης


σήμερα, ήταν η πρώτη μέρα που ξύπνησα και η αλλεργία μου είχε υποχωρήσει σημαντικά.
επίσης σήμερα ήταν η μέρα που θα πήγαιναν τα πρωτάκια στη Γλυφάδα για μια επίσκεψη στις χελώνες καρέτα-καρέτα.
η μέρα που η Ελένη θα έγραφε Βιολογία.
η μέρα που θα έπρεπε να θυμηθώ να μη δώσω γάλα στη Ραφαηλία το πρωί, γιατί θα έμπαινε στο πούλμαν και το πιθανότερο θα ήταν να το εκτοξεύσει στο μπροστινό παιδάκι, μετά από κανα τέταρτο.
η μέρα που θα έπρεπε να βάλω ένα νάυλον διαφανές τραπεζομάντηλο στο εξωτερικό σκοινί του μπαλκονιού, έτσι που οταν η κυρία που καθαρίζει το σπίτι του αποπάνω τινάξει τα χαλάκια του, οι τιναγμένες αηδίες, να μη καταφέρουν να μπουν μέσα από την τέντα και να μη τις καμαρώνω εγώ καθώς θα ίπτανται μεταξύ των πουκαμίσων του Χρόνη και των ασπρόρουχων του σπιτιού.
ήτοι, μια συνηθισμένη Πέμπτη.

προσωπικά είμαι ευγνώμων για κάθε μία συνηθισμένη Πέμπτη, γιατί αυτό σημαίνει πως όλα πάνε μια χαρά.
σχεδόν όλα, αλλά για τα ψιλά, ποιος νοιάζεται;

έτσι, ξύπνησα το πρωί, έβαλα το γάλα της Ραφαηλίας "μαμά, ξέχασες; σήμερα δεν έχει γάλα, θα πάμε στη Χελώνα!!" 
όλη τη βδομάδα η Ραφαηλία αναφέρεται στις χελώνες, σαν να είναι μια θεότητα: Η Χελώνα!
 έβαλα το γάλα της Ελένης
"βρε μαμά, πως θα πιω γάλα; το στομάχι μου έχει γίνει κόμπος απ' το άγχος!" 
"θέλεις ασβέστιο και πως θα πας μ' άδειο στομάχι να γράψεις, δε θές να ψηλώσεις; πιες καλέ που τα σανατόρια είναι γεμάτα!"

σ' αυτό δύο έχω να πω: το πρώτο, πως η αναφορά στα σανατόρια, δε σημαίνει πως έχω διαβάσει πολυ Τόμας Μαν, σημαίνει πως ήταν η μόνιμη επωδός της γιαγιάς μου προς εμένα σ' όλη την παιδική μου ηλικία και μάλιστα πιο συγκεκριμένα: η Σωτηρία γεμάτη είναι.
το δεύτερο, πως η Ελένη ακολουθεί τη μέθοδο του Πάτρικ (όποιος έχει δει Σφουγγαράκη θα με καταλάβει): σε οποιαδήποτε παραίνεση μου, στέκεται μπροστά μου, γέρνει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια και κάνει πως κοιμάται όρθια.
αυτή τη φοβερή υπνηλία τη φέρνουν οι συμβουλές μου.
μάλιστα.

τέλος πάντων, προσπάθησα να πείσω τη μικρή να κάνει γρήγορα με το κουλούρι της, να ψήσω τη μεγάλη να πάρει ζακέτα (σιγά που θα 'παιρνε), ήπια καφέ, έβαλα οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσα της Ελένης και έκανα πως πάω να πλύνω τα δόντια μου, ταχα μου ότι μπερδεύτηκα, και φρίκαρε και τσίριζε "μαμάαα! δική μου είναι αυτή, μηηη" έτσι για να μαθαίνει πως είναι όταν φρικάρει κάποιος.
γιατί την προηγούμενη βδομάδα έκανε τη Ραφαηλία να πιστέψει πως είναι αόρατη!
το μωρό μου της μιλούσε, την έπιανε, τη φώναζε κι αυτή τίποτα! λες και δεν υπήρχε το Ραφάκι!
κι ήρθε φρικαρισμένο το παιδί "μαμά, εσύ με βλέπεις;" κι έτσι της το χρωστούσα.

μετά ήρθε η ώρα "πάμε στη ντουλάπα και διαλέγουμε τι θα φορέσουμε σήμερα".
το έργο είναι πως εγώ βγάζω τα ρούχα της ημέρας, η Ραφαηλία στραβώνει, εγώ κάνω πως δε βλέπω το στράβωμα, αυτή κάνει μούτρα, εγώ τη ντύνω και πάει λέγοντας.
αν την άφηνα, θα φορούσε φουστίτσες και φορεματάκια σ' όοολη τη διάρκεια του χρόνου.
έχουμε και τα παραδείγματα:

"η Αννούλα, γιατί φοράει;"
"η Αννούλα ας φοράει. εσύ δεν θα φορέσεις"
"γιατί;"
"γιατί κάνει κρύο"
"εγώ δεν κρυώνω"
"εγώ κρυώνω"
"εσύ να μη φορέσεις. εγώ που δεν κρυώνω θα φορέσω"
"κοίτα, μη μου σπας τα νεύρα! δεν θα βάλεις και τέρμα. και κρύο να μην έχει, δε θα μου κάνεις τη μανταμίτσα στο σχολείο!"
"η Αννούλα κάνει τη μανταμίτσα;"
"δεν ξέρω τι κάνει η Αννούλα και δε με νοιάζει. έλα να τελειώνουμε πια!"


η Ελένη χειμώνα - καλοκαίρι ντύνεται λες και ζει στην Καραιβική.
ε, δεν θα πεθάνω και γι' αυτό. μετά από καυγάδες καυγάδων, αποφάσισα να την αφήσω ήσυχη. τουλάχιστον φοράει πάντα παντελόνι. για τα ξεμανίκωτα, ας κάνω τα στραβά μάτια.

έτοιμες πια μπαίνουμε στο ασανσέρ. σε κανονικές συνθήκες η Ελένη περνάει από το δημοτικό, αφήνει τη Ραφαηλία (πάντα βρίσκεται εκεί μια από τις στενές μου φίλες και ένας φίλος μπαμπάς που πάει αξημέρωτα) και συνεχίζει για το λύκειο.
όμως, τώρα με τα διαγωνίσματα, πηγαίνω εγώ το Ραφάκι μου.

βγαίνουμε από την πολυκατοικία, προχωράμε λίγο και φιλάω την Ελένη "γεια σου μωρό μου και καλή επιτυχία" η Ελένη φιλάει εμάς "γεια σου μαμά, γεια σου αγάπη μου" φιλιόμαστε λες κι έχουμε να βρεθούμε τουλάχιστον μια βδομάδα και χωρίζουμε.

το δημοτικό απέχει πέντε λεπτά από το σπίτι. στο πεζοδρόμιο πολλά παιδιά πηγαίνουν για το σχολείο.
Η Ραφαηλία μου κρατάει το χέρι και ρωτάει για τη Χελώνα.

"μαμά θα μας αφήσουν να την πιάσουμε; συννενοήθηκα με τη Δήμητρα, όταν πηγαίνουμε θα καθήσει αυτή στο παράθυρο κι όταν γυρίζουμε εγώ. μαμά να μη πιω καθόλου νερό, ε; μη κάνω εμετό, ε;"
 
και μιλάει ακατάπαυστα, ενθουσιασμένη με την όλη φάση. και μας ακούει όλος ο κόσμος γιατί η φωνή της Ραφαηλίας εκτός του ότι είναι δυνατή, είναι και διαπεραστική!

και φτάνουμε στο σχολείο.
μπαίνουμε και βλέπουμε πρώτη πρώτη την Αννούλα με τη γιαγιά της. φυσικά η Αννούλα φοράει φούστα, κοντομάνικη μπλούζα και παπούτσια μπαλαρίνας.
κι η Ραφαηλία δίπλα μου αφού στέκεται και την κοιτάζει για μισό λεπτό αμίλητη, μετά, γυρίζει σε μένα και φωνάζει:
"Μαμά, κοίτα τι φοράει! Σα μανταμίτσα δεν είναι;"

είμαι απόλυτα ευγνώμων για τη μονοτονία της κάθε Πέμπτης.
αυτό σημαίνει πως όλα πάνε καλά.
σχεδόν όλα, αλλά για τα ψιλά, ποιος νοιάζεται;

Κορφολογώντας τα ρεζιλίκια.

σας έχει τύχει ποτέ;
εκεί που πρέπει να είστε άψογοι, που θέλετε να κάνετε μια εντύπωση θετική, που επιβάλλεται να είστε σοβαροί, να γίνεστε ρεζίλι;
κι έχετε προσέξει, πως όσο περισσότερο το επιθυμείτε, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες να την πατήσετε; ή μόνο σε μένα συμβαίνει αυτό;

έχει τύχει, να μου παίρνουν συνέντευξη για δουλειά και να έχω τρακ (που είναι το φυσιολογικό), αλλά ταυτόχρονα να πιέζομαι για να μη γελάσω.
σκέψου να μην είχα τρακ..
όσο σοβαρότερος γινόταν ο διευθυντής προσωπικού, όσο μου ανέλυε λεπτομερώς τις ευθύνες μου, τις σοβαρότατες ευθύνες μου, τόσο πιεζόμουν να μην αρχίσω να γελάω.

έχω μεγάλη ιστορία με τέτοια περιστατικά που αρχίζουν από την εποχή του σχολείου και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
μ' έχουν (στο περίπου) πιάσει τα γέλια μπροστά σε καθηγητές τη στιγμή που έπαιρνα τον έλεγχο της κόρης μου, όπου μού ανακοίνωναν με σοβαρό ύφος: "η Ελένη δεν πηγαίνει καθόλου καλά στα γαλλικά" πράγμα που κατ' ουσίαν σήμαινε "τι θα κάνει στη ζωή του αυτό το παιδί με ένα δεκάρι στα γαλλικά;"
με φίλους που μου μιλούσαν για τους "νικητές της ζωής" εννοώντας αυτούς που έχουν πολλά λεφτά και αστραφτερή καριέρα (εμείς απέχουμε παρασάγγας από αυτούς τους νικητές)
ή έχω απλά ρεζιλεματάκια του τύπου να προσπαθήσω να δώσω ελεημοσύνη σε άνθρωπο που απλώς ξεκουράζεται στο σκαλί της πολυκατοικίας.

ας πάρουμε για παράδειγμα το σημερινό..
πίκρα, αλλά ας το πάρουμε..

πρωί στο σχολείο.
στο σχολείο μας συστεγάζονται δύο δημοτικά: το δεύτερο και το πέμπτο.
η Ραφαηλία πηγαίνει στο πέμπτο.

μόλις έχει χτυπήσει το κουδούνι και περιμένω να μπει μέσα το παιδί. το οποίο παιδί, μου έχει δώσει σαφείς εντολές:
"μη φύγεις! να με χαιρετήσεις, να περιμένεις να μπω μέσα και μετά να φύγεις."
όντως, περιμένω να μπει και μόλις ξεκινάει η σειρά της, την χαιρετάω σηκώνοντας το χέρι μου ψηλά και κουνώντας το δεξιά κι αριστερά με δύναμη, λες και βρίσκομαι στο κατάστρωμα του Τιτανικού και χαιρετώ τους συγγενείς που ήρθαν να με ξεπροβοδίσουν.
η Ραφαηλία ανταποκρίνεται με μια κομψή κίνηση της παλάμης δεξιά κι αριστερά, σαν τη Φρειδερίκη όταν έβγαινε καβάλα στο μόνιππο.

μπαίνουν τα παιδιά κι εγώ μένω με τη φιλενάδα μου και κουβεντιάζουμε στο προαύλιο περί ανέμων και υδάτων.
όπου αίφνης έρχεται ασθμαίνοντας μια μαμά και μας ρωτάει:
"ξέρετε τι ώρα θα γυρίσουν τα παιδιά:"
η μαμά, "ανήκει" στο άλλο δημοτικό, που έχει εντελώς άλλο πρόγραμμα από το δικό μας.
την κοιτάμε κι οι δυο, μη καταλαβαίνοντας.
η μαμά, μας ρωτάει
"πρώτη δεν πάνε τα παιδιά σας;"
κι εγώ απαντώ με το αμίμητο
"πρώτη; όχι, γυμνάσιο!"  
δεν έχω παιδί που να πηγαίνει γυμνάσιο. η Ελένη δευτέρα λυκείου πηγαίνει.
μετά συνέρχομαι και λέω
"ααα, τώρα θυμήθηκα, πρώτη πάει. για ποιο σχολείο μιλάτε;"
η γυναίκα με βλέπει σαστισμένη. μετά λέει:
"για το δεύτερο"
και έρχεται η επίσης αμίμητη απάντηση της φίλης μου
"δεν ξέρουμε. τα δικά μας πάνε στο πρώτο!"
τη σκουντάω
"Κατερίνα. δεν υπάρχει πρώτο! στο πέμπτο πάνε"
"α ναι, στο πέμπτο"

λέω να μη συνεχίσω τον σουρεαλιστικό διάλογο.
πάντως τα παιδιά του δευτέρου, μία η ώρα θα γύριζαν από την εκδρομή.

μ' αποζημίωσε όμως το κλείσιμο της μέρας.
γιατί, μόλις σήμερα ανακάλυψα πως σκούπιζα το πρόσωπο μου με την πετσέτα που σκούπιζε τα πόδια της η Ελένη!
κι όχι μόνο το σκούπιζα, αλλά το ταμπονάριζα κι ελαφρά για να κάνω "ευεργετικό μασάζ προσώπου προς καταπολέμηση της ρυτίδας" η γυναίκα!
όχι μόνο πικράθηκα, αλλά με σκότωσε και η ειλικρινής απορία της Ελένης:
"τι κάνεις έτσι βρε μαμά; καθαρά ήταν τα πόδια μου. τα έπλενα, και τα σκούπιζα."
 ..................
 η καταπολέμηση της ρυτίδας δεν επετεύχθη ποτέ.

της σοβαρότητας μου όμως
με απόλυτη επιτυχία!



Σαββατοκύριακο


Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

σαββατοκύριακο και μάλιστα Καλοκαιρινό.
το πρώτο του φετεινού χρόνου.
πέρασε μια βδομάδα φορτισμένη με διάφορα, του σπιτιού (τα μαθηματικά κι η Ραφαηλία, η Ελένη και οι εξετάσεις, εγώ και το τρολ μου, ο Χρόνης και το Πως Περνάμε Κανάλια Σ' Ολο Το Σπιτι), με άλλα της έξω ζωής (που δεν τα γράφω γιατί θα μελαγχολήσω και δεν το θέλω) κι ήρθε το σαββατοκύριακο.

όλη την προηγούμενη βδομάδα, ήμουν σκληρά αποφασισμένη, να ξεκουραστώ. να μην κάνω τίποτα απολύτως, να διαθέσω κάποιες ώρες για μένα (έτσι δεν το λένε τα λαιφσταιλ περιοδικά; και βάζουν και φωτογραφίες με ροδέλες αγγουριών στα μάτια) και να ανανεωθώ η γυναίκα, πλήρως.
δεδομένου ότι έρχονται και οι διακοπές του Ιουλίου.

γιατί εμείς, Ιούλιο πάμε διακοπές.
να μην έχει κόσμο (τον ανθρωποδιώχτη έχουμε!), να είναι πιο καθαρή η θάλασσα συγκριτικά με τον Αύγουστο και τα βράδια να έχουμε ησυχία.
παλιότερα, πηγαίναμε Σεπτέμβριο, κατά τα μέσα του Σεπτεμβρίου, εκεί να δείτε ερημιά!
αλλά η Ελένη έφθασε σε σχολική ηλικία κι έτσι συμβιβαστήκαμε με τον Ιούλιο.

ήμουν τόσο προετοιμασμένη γι 'αυτή τη σαββατοκυριακάτικη εγωιστοτέτοια μέρα, που μέχρι και φαγητό μαγείρεψα την παρασκευή το βράδυ, ώστε να μην ασχοληθώ με το μαγείρεμα.
έβαλα πλυντήρια, όλα τα 'κανα η αισιόδοξη.

την παρασκευή πήγε χαράματα για να κοιμηθώ. τεσσεράμισυ έδειχνε το ρολόι την τελευταία φορά που κοίταξα. και σηκώθηκα οχτώ παρά τέταρτο.
με τρεις ώρες ύπνου, κομμάτια ήμουν. δεν πείραζε όμως, όλες τις δουλειές  τις είχα κάνει, αραχτή θα ήμουν, θα κοιμόμουν και λίγο το μεσημεράκι, μια χαρά!

αγγούρια στα μάτια βέβαια, δεν θα έβαζα, γιατί η Ραφαηλία θα μ' έκανε να τα φάω με τις ερωτήσεις της (γιατί μαμά έχεις βάλει τα αγγούρια στο μάτι σου; μετά θα τα φάμε; δεν ξέρω, εγώ σιχαίνομαι να τα φάω απ' τα μάτια σου! και τι θα τα κάνεις; θα τα πετάξεις; εσύ δε λες πως δεν κάνει να πετάμε το φαγητό, δεν είναι σωστό;) ε, θα τα 'τρωγα πάραυτα να ξεμπερδεύω.

όμως, είχα αγοράσει μία απ' αυτές τις λοσιόν μαυρίσματος. που τις βάζεις και αποκτάς ένα ηλιοκαμμένο χρώμα διακοπών? μια τέτοια είχα πάρει η (ξανά)αισιόδοξη.

σερνόμουν λοιπόν στο σπίτι, ως βρυκόλακας στο φως της μέρας. είχα πάθει κάτι σαν τζετ λαγκ, πήγαινα πέρα δώθε και μουρμούριζα ασαφείς οδηγίες, του τύπου :
" Ελένη διάβασε!" 
ή 
"Ραφαηλία δε μαζεύεις λιγάκι τα κουζινικά σου;
ή 
"αμάν πια μ' αυτό το τρυπάνι! τον εγκέφαλο μού διαπερνάει
με αντίστοιχες απαντήσεις 
"διαβάζω"
"δε μπορώ τώρα, έχω δουλειά"
"αυτή η δουλειά είναι για επαγγελματία. κι εγώ που την κάνω, πολύ είναι".

το μεσημέρι είπα να κοιμηθώ λιγάκι να συνέρθω. αμέ, πως! ήταν η ιδανική ώρα να πάμε να πάρουμε την Ακκα από το νοσοκομείο ζώων, στειρωμένη κι έτοιμη.

"καλά μη τρελαίνεσαι" ειπα "έχεις και το απόγευμα. έχεις και το βράδυ, έχεις και την Κυριακή.."

μη τα πολυλογώ, μέχρι το βράδυ έτρεχα. αργά πια, έκανα το καθιερωμένο ντους ξεκούρασης κι έβαλα και τη λοσιόν μαυρίσματος σε χέρια και σε πόδια.
κοίταξα εξεταστικά κα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη, γαμώτο, είμαι εκνευριστικά άσπρη, άσε που ροζίζω και λίγο, μια κρέμα προσώπου μαυρίσματος καλά θα μου 'ρχοταν.
"τη δευτέρα" ειπα σαν την τρελή στον εαυτό μου στον καθρέφτη "τη δευτέρα θα σου πάρω μια ωραία κρεμούλα μαυρίσματος"

και πήγα στο δωμάτιο μου να δω το Life on Mars. σε λιγάκι ήρθε κι η Ελένη, να χαζέψουμε παρέα.
το μισό επεισόδιο είδαμε.
προτού το καταλάβουμε, μας πήρε ο ύπνος και τις δυο εξαντλημένες στο κρεββάτι.
την ξύπνησα και την έστειλα στην κουκέτα της. τρικλίζοντας πήρε το μαξιλάρι της και μουρμουρίζοντας "καληνύχτα" πήγε στο δωμάτιο της.
μια ώρα αργότερα έβλεπε ταινία στην τηλεόραση τρώγοντας παγωτό!

δε λέω πια τίποτα. ούτε παρατήρηση δεν κάνω. μέγα σφάλμα να κάνεις υποδείξεις σε μια έφηβη.
ας κάνει την επανάσταση της, έστω μ' ενα μπωλ παγωτό, βλέποντας το Cry Wolf στη μία τη νύχτα (ενω υποτίθεται ότι στην καλύτερη θα 'πρεπε να διαβάζει φιλοσοφία και στη χειρότερη να κοιμάται).

ετσι πέρασε η μια μέρα ξεκούρασης, ανάπαυσης και αναστήλωσης.
για την Κυριακή δεν θα πω. προτιμώ να το αποσιωπήσω.
όμως, μια πληροφορία λέω να τη δώσω: η λοσιόν έπιασε. έπιασε μια χαρά! μόνο που δε μαύρισα: κίτρινισα.
τα ποδαράκια μου και τα χεράκια μου έγιναν,

σαν του Homer Simpson.

D'oh..