Απόκριες και Καθαρά Δευτέρα

Ραφ: έλα Δήμητρα;
Δημ: έλα Ραφαηλία
Ραφ: είμαι άρρωστη!
Δημ: τι έχεις;;;
Ραφ: πυρετό
Δημ: πόσο;
Ραφ: μαμά, πόσο πυρετό έχω;
Μαρ: τριανταεφτά μισό
Ραφ: τριανταεφτά μισό
Δημ: και μένα όταν άκουσα πως είσ' άρρωστη, μ' έπιασε η κοιλιά μου από τη στεναχώρια!
Ραφ: μαμά; και τη Δήμητρα την έπιασε η κοιλιά της...
Μαρ: την άκουσα. πες της πως κι εμείς την αγαπάμε πολύ!
Ραφ: κι εμείς σ' αγαπάμε πολύ!
Δημ: θα έρθεις σχολείο την Τρίτη;
Ραφ: μαμά, θα πάω σχολείο την Τρίτη;
Μαρ: αν είσαι καλά (που μάλλον θα 'σαι) θα πας, πως δεν θα πας!
Ραφ: άμα είμαι καλά, θα πάω
Δημ: να πεις στη μαμά σου να σου κάνει φιδέ!
Ραφ: μαμά;
Μαρ: το άκουσα κι αυτό. αφού φωνάζετε βρε κορίτσια, όλα τ' ακούω!
Ραφ: όλα τ' ακούει, λέει.
για πες μου, Δήμητρα, ξέρεις τι γίνεται με τον Ιούλιο και την Ιουλιέτα;
Δημ: για πες
Ραφ: σκοτώνονται κι οι δυο!

γελώντας, σηκώθηκα απ' το γραφείο και βγήκα έξω απ' το δωμάτιο.
δυο ώρες σχεδόν κράτησε το τηλεφώνημα των φιλενάδων, στη διάρκεια του οποίου, η άρρωστη δεχόταν εγκάρδιες συμβουλές κι έπειτα τις μετέφερε σε μένα.

όπως λοιπόν καταλάβατε, εμείς δεν θα πάμε στο Ζάππειο όπως πέρσυ, ντυμένες πριγκίπισσες
ούτε θα πετάξουμε αετό την Καθαρά Δευτέρα, ακόμα κι αν είμαστε καλά: θα προτιμήσουμε να μείνουμε σπίτι

οι αποκριάτικες κορδέλες μας, θα ξεδιπλωθούν στο δωμάτιο των κοριτσιών, όλες
αλλά ο χαρτοπόλεμος, θα φυλαχτεί προσεκτικά για ..υπαίθρια χρήση μάλλον.

φωτογραφία θα δημοσιεύσουμε την περσυνή που τράβηξε η Ελένη

αλλά μέσα από την καρδιά μας, θα σας ευχηθούμε καλό τριήμερο,
να τα περάσετε όπως ονειρεύεστε
κι ο αετός σας, να πάει ψηλότερα απ' όλους!

και του χρόνου, να είστε και να είμαστε καλά και να γιορτάσουμε τα Κούλουμα, έξω απ' το σπίτι!

Το τέλος της Πέμπτης

..κι αυτή η Πέμπτη φτάνει -επιτέλους- στο τέλος της.
Παρασκευή ξανά και μια ανάσα μακριά το Σαββατοκύριακο.

στο αυτοκίνητο λίγες ώρες πριν, οι Simon και Garfunkel τραγουδούσαν για την κυρία Robinson, κάνοντας με τον μαγικό τους τρόπο τη στεναχώρια μου να σκάσει στον αέρα σαν τσιχλόφουσκα.

"άκου" είπα στον Χρόνη δίπλα μου και χαμογέλασα
"άκου" του ξαναείπα, γιατί προσηλωμένος στην οδήγηση δεν μ' άκουσε.

ο δρόμος έφευγε κάτω απ' τις ρόδες μας, ελαφρά υγρός και σιωπηλός
μπροστά μας οι αχιβαδούλες κι οι αχινοί που θύμιζαν τις Κυριακάτικες βόλτες μας
στο πίσω κάθισμα ριγμένο πρόχειρα το μπουφάν του Χρόνη
και σοκολατάκια fererro rocher "κύριε Πρέσβη μας κακομαθαίνετε"

τεντώθηκα κι άπλωσα τα πόδια μου χαμογελώντας:
αυτή η Πέμπτη έφτανε -επιτέλους- στο τέλος της
μ' έναν ήσυχο τρόπο, γλυκό κι ήρεμο
κάπως σαν ανταμοιβή.

που ως ανέκαθεν δίκαιος άνθρωπος, τη μοιράστηκα γενναιόδωρα, με τον Simon, τον Garfunkel και με τον Χρόνη δίπλα μου.

υγ
όχι, αυτή η φωτογραφία δεν ειναι τραβηγμένη από την Ελένη.
είναι από το δικό μου κινητό, λίγο πριν σκοτεινιάσει.

Δέκα "άπλωσα"

άπλωσα τα ρούχα - ξεπάγιασα
άπλωσα τη σκέψη - ανάσανα
άπλωσα τον θυμό - σκοτείνιασα
άπλωσα τα πόδια - ξεκουράστηκα
άπλωσα το γέλιο - ευφράνθηκα
άπλωσα τη λύπη - αποσύρθηκα
άπλωσα τα "θέλω" - ονειρεύτηκα
άπλωσα τα όνειρα - πέταξα
άπλωσα το πρόβλημα - κατάλαβα

άπλωσα τη συμπόνοια - ομόρφυνα

(είπε ο σοφός Μαρ-Λεν και χώθηκε στη σπηλιά του για τα επόμενα εκατό χρόνια..)

Της Κυριακής το γαλάζιο

Here comes the sun,
here comes the sun,
and I say it's all right..
έπαιξε το mp3 στο αυτοκίνητο κι αμέσως άρχισε να το τραγουδά το Ραφάκι.
γύρισα πίσω χαμογελώντας και την κοίταξα
"μ' όποιον δάσκαλο καθήσεις.." κι η Ελένη, ο "δάσκαλος" χαχάνισε.

πλησιάζαμε στην Ανάβυσσο και στ' αλήθεια ο ήλιος ήταν αναποφάσιστος: μια χανόταν και μια έβγαινε.
στο τέλος όμως, το πήρε απόφαση κι έμεινε μ' ένα ήσυχο φως, στον ουρανό.
όχι το λαμπρό του καλοκαιριού, ούτε καν το αυθάδικο της άνοιξης, αλλά μ' αυτό το μαλακό, ήπιο φως, που βγαίνει θαρρείς απ' την ψυχή, καταμεσής του χειμώνα.

κι ήταν όμορφα.
γιατί ήταν Κυριακή
γιατί είμαστε όλοι μαζί
και γιατί η Δευτέρα θα ξημέρωνε σε κάποιον άλλο πλανήτη, έτη φωτός ακόμα, μακριά μας.

όταν φτάσαμε στη θάλασσα, έκανε κρύο και φυσούσε.
έτρεξα, όπως πάντα, να ζεσταθώ, έτρεξαν και τα κορίτσια πίσω μου, ο Χρόνης άρχισε να καθαρίζει το αυτοκίνητο και μέχρι να φτάσει στα μισά, είχα ήδη πέσει στην άμμο και το Ραφάκι κυλιόταν δίπλα μου προσπαθώντας να αποφύγει την Ελένη που έκανε τάχα πως θα την πατήσει.

περπατήσαμε σ' όλη την παραλία μέχρι το τέλος της, μέχρι που ο Χρόνης φαινόταν σα μια μικρή μαύρη κουκίδα στο βάθος κι όπως ο ήλιος είχε πέσει, έμεινα να κοιτάζω όλο αυτό το γαλάζιο που μας πλημμύρισε μεμιάς.
"τράβηξε μια φωτογραφία" είπα στην Ελένη και το μωρό μου πρόθυμα "κλικ" έκανε και τράβηξε τον ήλιο που έφευγε, τα βράχια κι ύστερα το Ραφάκι και μένα.

"κλικ" έκανε κι έβαλε στη ζωή μας το γαλάζιο
"κλικ" έκανε και το πήραμε μαζί μας σπίτι, να μας τυλίγει, να μας φωτίζει
"κλικ" έκανε και γλύστρησε στη ματιά και στο χαμόγελο μας

στον γυρισμό βλέπαμε τα φώτα των αυτοκινήτων απ' το απέναντι ρεύμα, να πλέουν θαρρείς, όπως περνούσαν δίπλα μας.

είχε σκοτεινιάσει πια
οι beatles είχαν δώσει τη θέση τους στον Joe Purdy και στο washed away:
I got troubles Lord, but, not today
cause they gonna wash away,
they’re gonna wash away.

και σαράντα περίπου χιλιόμετρα μακρύτερα, η Νέλλυ κι η Ακκα, πίσω απ' την πόρτα, περίμεναν όπως πάντα, ήσυχα, την επιστροφή μας.
στο σπίτι..

Κύκλοι

ήταν μια βδομάδα με μπόλικο κρύο
ήταν μια βδομάδα σοβαρής εξάσκησης στο να μη θυμώνω
ήταν μια βδομάδα όπου έπιανα τον εαυτό μου να οσμίζεται τον αέρα, σαν το κυνηγόσκυλο που περιμένει κάτι να συμβεί.

ήταν μια βδομάδα που διαπίστωσα για μια ακόμα φορά, πόσο μοιάζει η μπλογκόσφαιρα με τον κανονικό μας κόσμο
μια βδομάδα που μάταια περίμενα να ξεπρασινίσουν τα μαλλιά μου (ω ναι, έχω υπέροχα λαδί μαλλιά αυτή την περίοδο)
μια βδομάδα που ερωτεύτηκα ξανά τον Ντίκενς
μια βδομάδα που πήρα περίπου τρία κιλά (από την αμέτρητη κατανάλωση σοκολάτας φυσικά)

ήταν μια βδομάδα, που κουρασμένη κάποια στιγμή, κάθησα στον υπολογιστή μπροστά να χαλαρώσω κι ανοίγοντας το fb, στη στήλη δεξιά, είδα την ερώτηση:
"Είσαι Ηλίθια;"

ήταν μια βδομάδα που γέλασα
που ήπια ένα γρήγορο καφέ, κάποιο φωτεινό απόγευμα, με τη φίλη μου
που βρήκα την Τετάρτη το βράδυ, είκοσι ευρώ στο δρόμο.

ήταν μια βδομάδα που έκλεισε τον καθημερινό της κύκλο σήμερα το βράδυ
απόψε που ζήτησα μια αφίσα των Locomondo από έναν ευγενέστατο αφισοκολλητή
απόψε που έκανα βόλτα με την Ελένη και ψωνίσαμε πολύχρωμα σταράκια, φλυτζάνια του espresso κι ένα εξαίσιο φλυτζάνι του τσαγιού από το omnishop
απόψε που το συναχωμένο Ραφάκι, τραγούδησε και χόρεψε στο κρεββάτι μου "δεν ζω χωρίς εσένα, ούτε λεπτό.."

23.59
σ' ένα λεπτό μπαίνει το Σάββατο
σ' ένα λεπτό, μπαίνει το αύριο
και μια καινούρια ανάπαυλα αρχίζει ξανά

για να μας οδηγήσει ώρες μετά,
στην καινούρια βδομάδα, που για μένα κρατάει
μόλις πέντε μερούλες

και πάλι απ' την αρχή..


(τα σύννεφα -όπως πάντα- της Ελένης)

Το σπίτι μας

είμαστε ό,τι τρώμε, λένε, αλλά για μένα, εξίσου ισχύει, πως είμαστε σ' ό,τι μένουμε.
που μεταφράζεται, πως το σπίτι μας, καθρεφτίζει τον εαυτό μας.
ακόμα περισσότερο κι από αυτό που διαλέγουμε να φάμε.

σ' όλη μου τη ζωή, λίγα χρόνια έζησα εκτός του πατρικού μου.
μόλις έξι: τα πρώτα χρόνια του γάμου μου.
έπειτα, ο αδερφός μου παντρεύτηκε κι εμείς ήρθαμε να μείνουμε με τη μητέρα μου, να μη την αφήσουμε μόνη.

ήρθαμε λοιπόν σ' ένα σπίτι, όπου το να ξυπνάμε κάθε μέρα σ' αυτό, ανέκαθεν το θεωρούσα ευλογία:
εδώ έζησα τα παιδικά μου χρόνια, την εφηβεία μου, εδώ ενηλικιώθηκα, εδώ μεγαλώσαμε κι ήταν μαζί μας η γιαγιά κι ο παππούς
και στο δωμάτιο που τώρα κοιμάμαι, έφυγαν ήσυχα σε βαθιά γεράματα κι οι δυο τους, δίχως νοσοκομεία και ταλαιπωρίες.

το σπίτι μας είναι παλιό, από τις πρώτες πολυκατοικίες που χτίστηκαν, το '64.
το σπίτι μας έχει ξύλινα πατώματα, ένα μεγάλο, σκοτεινό διάδρομο, πολλά βιβλία, ένα πολύ παλιό πιάνο, πολλούς πίνακες, υπέροχες απλίκες, σκόνη πάνω στα βιβλία που τα ράφια τους είναι κοντά στο ταβάνι και έναν αέρα άλλης εποχής.

στο σπίτι μας δεν υπάρχει τίποτα μοντέρνο, μονάχα η ατμόσφαιρα των σαρανταπέντε χρόνων που πέρασαν.
μια ευλογία που ακόμα αιωρείται
απ' την αγαπημένη μου μητέρα που έχει φύγει πια, τόσο γρήγορα και τόσο νέα ακόμη..
απ' τη γιαγιά και τον παππού

από τους φίλους που κάποτε πέρασαν κι έμειναν και φιλοξενήθηκαν σε μας
από τους επισκέπτες, που μοιραστήκαμε μαζί τους, ένα φλυτζάνι καφέ και δυο ώρες κουβέντα.

μια ευλογία, από τα οικογενειακά τραπέζια
απ' τα τραγούδια μας το βράδυ της Πρωτοχρονιάς και της Ανάστασης
κι από τους τσακωμούς ακόμα, τα ίδια βράδυα ακριβώς, πριν τα τραγούδια..

το σπίτι μας, είναι πάντα ανοιχτό γι' αυτούς που με αγάπη θα έρθουν κοντά μας:
δικοί μας φίλοι
των κοριτσιών
γι' αυτούς τους συγγενείς που αγκαλιάζουμε σφιχτά.

το σπίτι μας, λοιπόν, καθρεφτίζει την ψυχή μας
περισσσότερο απ' ο,τιδήποτε άλλο

κι η αλήθεια είναι, πως τη δική μου ψυχή, την τραβά η ποιότητα και η ιστορία του παρελθόντος.
πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσαν να την τραβήξουν ποτέ, τα αστραφτερά παιχνίδια του παρόντος και ίσως ίσως του μέλλοντος.

Κυριακή ξανά

σύννεφα και κρύο.
σύννεφα που έφταναν μέχρι την επιφάνεια της θάλασσας
και κρύο που πάγωνε,
κρύο που έκανε τα χέρια μου να πονούν και να χάνουν την αίσθηση της αφής.

τα κορίτσια τρέξανε γελώντας στην αμμουδιά
ο Χρόνης πήγε να εξερευνήσει τις μικρές παραλίες στ' αριστερά μας
κι εγώ ανέβηκα στο γύρω-γύρω στην παιδική χαρά και κάθησα ξεπαγιάζοντας πάνω στα σιδερένια κάγκελα.

φρστ - φρστ - φρστ γυρνούσα αργά και χάζευα:
την καμπίνα που αλλάζουν τα καλοκαίρια οι παραθεριστές,
τις κούνιες που κρέμονταν από τις σκουριασμένες αλυσίδες τους,
τα κορίτσια που είχαν σταματήσει πια να τρέχουν κι έμπαιναν στην παιδική
τον Χρόνη που φαινόταν μακριά, σαν ένα ακαθόριστο μπλέ.

φρστ - φρστ - φρστ κι ο μύλος γυρνούσε κι όπως γυρνούσε με ζάλισε και πήδηξα κάτω,
κανείς δεν υπήρχε σήμερα κοντά μας.
τα κορίτσια ανέβηκαν γελώντας στην τσουλήθρα, ήρθε κι ο Χρόνης και καθήσαμε στο παγκάκι.
εγώ τουρτούριζα, άπλωσε το χέρι και μ' αγκάλιασε κι όλα γίναν καλύτερα.

το Ραφάκι προσπαθούσε να κάνει την αναπνοή του να βγαίνει σαν ατμός
η Ελένη μασουλούσε ένα τελευταίο κρουασάν
κι εγώ ανέβηκα στη μικρή τσουλήθρα προς τέρψιν όλων, γιατί μια χαρά ανεβαίνω, αλλά δεν κατεβαίνω ποτέ!

αυτή τη φορά όμως κατέβηκα, προσγειώθηκα στο σκάμμα με την άμμο κι αφού βεβαιώθηκα πως δεν άφησα κανένα κόκκαλο πίσω μου, πήγα πάλι στον μύλο και γύριζα φρστ - φρστ - φρστ

κι όπως γύριζα έγινε άνοιξη, έγινε καλοκαίρι και φθινόπωρο ξανά
και μονομιάς, έπαψα να κρυώνω

κι είχα μπροστά μου μοναχά, την ξύλινη καμπίνα των παραθεριστών,
να φαίνεται γαλάζια και αχνή, πάνω στα γκρίζα βότσαλα της Αναβύσσου.


υγ
η φωτογραφία, όπως πάντα από την Ελένη.

Προχωρημένη πολιτική


το Ραφάκι κάνει μπάνιο.
εγώ καθαρίζω το νιπτήρα.
η Ελένη ετοιμάζει την πετσέτα να σκουπίσει τη μικρή.
η συζήτηση έχει πάρει πολιτική χροιά.

η Ελένη ρωτά: και τι ψήφισες μαμά;
"οικολόγους μωρό μου. και μάλιστα πήγαμε πολύ καλά! απρόσμενα καλά θα 'λεγα"
"παλιά, τι ψήφιζες;"
"ανάλογα. πάντα στην αριστερά ήμουν όμως"

η Ραφαηλία ακούει μ' ενδιαφέρον.
"μαμά;"
"έλα"
"εκτός από την αριστερά, τι άλλο υπάρχει;"


που να εξηγώ τώρα..
ξεμπερδεύω στα γρήγορα:
"η δεξιά"

το σκέφτεται:
"ξέρεις κάτι; εγώ όταν μεγαλώσω θα ψηφίζω δεξιά"
"μπα; πως αυτό;"
"γιατί είμαι δεξιόχειρας!"


τόσο απλά..

Προχωρημένη γραμματική

"μαμάαα!"
το Ραφάκι έρχεται τρέχοντας να με βρει

"έλα"
"κοίτα! σωστά δεν τα 'χω γράψει;"

έχει κάνει μια γραμματική άσκηση του σχολείου.
η άσκηση είναι αναγνώριση λέξεων και πιάνει μια ολόκληρη σελίδα.
ρήματα, επίθετα, επιρρήματα, ουσιαστικά.

όλες σχεδόν οι απαντήσεις της είναι σωστές, εκτός από μία:

"τι λέει εδώ;"
"νοσοκόμας"
"και τι γράφεις;"
"ουσιαστικό, αρσενικό"
"αρσενικό; για πες μου την ονομαστική"
"ο νοσοκόμας!"

Εμείς, του Σαββάτου οι εκδρομείς..


Νεμέα!
όχι Ανάβυσσο ή Σαρωνίδα ή Λαγονήσι, σήμερα Νεμέα.
αρχαία Νεμέα.

ξέχασα να γράψω τραγούδια στο mp3, αλλά δεν ξέχασα τίποτ' άλλο.
όλα τα πήρα: κρουασάν και πατατάκια και λάκτα και νερό κι άλλα κρουασάν και ποτήρια και διάφανη διάθεση και μπόλικη γκρίνια στην Ελένη που ξέχασε τη φωτογραφική.

η εύφορη γη της Νεμέας, έκανε τα μάτια της Ραφαηλίας ν' ανοίξουν διάπλατα και μένα να τραγουδάω δυνατά και παράφωνα:
"ένα χειμωνιάτικο πρωί
έφυγα απ' το σπίτι σαν τρελλή.."
και να θυμάμαι ξαφνικά πως είναι Σάββατο και η Δευτέρα βρίσκεται ακόμα αιώνες μακριά..

έκανε επίσης τον Χρόνη, να οδηγεί το ίδιο προσεκτικά όπως πάντα και την Ελένη να ονειροπολεί στο πίσω κάθισμα, γερμένη στο παράθυρο.

ο ήλιος μια κρυβόταν και μια έβγαινε, αλλά αφού οι σταγόνες της βροχής δεν αποφάσιζαν να πέσουν κι αφού κάναμε την επίσκεψη που είχαμε προγραμματίσει, ξεκινήσαμε για την Παναγιά του Βράχου.

η Παναγιά του Βράχου, κτίστηκε τον 16ο αιώνα, καταστράφηκε το 1770 και το 1821 έγινε καταφύγιο και ορμητήριο των επαναστατών.
βρίσκεται σε υψόμετρο 1050 μέτρων και έχει 100 σκαλιά!

τα κορίτσια χέρι-χέρι ανέβηκαν γοργά όλα τα σκαλιά, πίσω τους ακολουθούσαμε με σιγανότερο ρυθμό οι υπόλοιποι: ο αδερφός μου που είχε έρθει στην εκδρομή παρέα με την κουμπάρα μου, ο Χρόνης κι εγώ.

ανέβαινα τα σκαλιά βλέποντας την πλάτη του Δημήτρη και ξαφνικά δεν ήταν τα σκαλοπάτια της Παναγιάς του Βράχου, ήταν το μονοπάτι για το Ναό της Αφαίας στην Αίγινα
και ξαφνικά δεν ήμουν πια η μεσόκοπη Μαριλένα, αλλά το ανέμελο και χαρούμενο δεκατετράχρονο Μαριλενάκι
κι ήταν ο δεκατριάχρονος Δημήτρης, που γύριζε προς το μέρος μου και φώναζε "έλα! σε πέρασα! πιο γρήγορα, άντε!"
κάνοντας με να νευριάσω και να ψάχνω να βρω κουκουνάρια, να του πετάξω στο υπεροπτικό του κεφάλι.

αλλά, δεν ήμουν πια στο πευκοδάσος και δεν υπήρχαν κουκουνάρια , ούτε φυσικά μου είχε φωνάξει ο αδερφός μου, έτσι, έδωσα μια κι ανέβηκα τα σκαλιά και βρέθηκα μπροστά στο εκκλησάκι, που ήταν χτισμένο μέσα στη σπηλιά του βράχου.

τα κορίτσια είχαν ήδη μπει κι άναβαν κεράκια, ανάψαμε κι εμείς, προσκυνήσαμε και βγήκαμε.
όλο το τοπίο κάτω απλωνόταν και σκέφτηκα κοιτάζοντας το "έτσι κάπως θα ένιωθε ο Νιλς Χόλγκερσεν", έπειτα έστειλα τη Ραφαηλία απέναντι στον βράχο και την τράβηξα φωτογραφία με το κινητό.
...........................................................

στον γυρισμό τα κορίτσια αποκοιμήθηκαν στο πίσω κάθισμα.
το φεγγάρι είχε κιόλας ανατείλει κι ας ήταν ακόμα απόγευμα.
το ράδιο έπαιζε Ain't No Sunshine, ο Χρόνης τραγουδούσε μαζί με τον Bill Withers
And I know, I know, I know, I know, I know,
I know, I know, I know, I know, I know, I know

κι εγώ έβλεπα μπροστά το κόκκινο αυτοκίνητο του αδερφού μου να φεγγοβολά στο γκρίζο της εθνικής.

κι ήταν τότε ακριβώς που αποφάσισα, πως το δεκατέσσερα είναι ο τυχερός μου αριθμός,
κι ήταν τότε ακριβώς που αποφάσισα, πως δεν θα πάψω ν' ανεβαίνω το ανηφορικό μονοπάτι για το Ναό της Αφαίας,
κι ήταν τότε ακριβώς, που συμφιλιώθηκα με την ιδέα, πως ο Δημήτρης πάντα θα μου φώναζε "έλα! σε πέρασα! πιο γρήγορα, άντε!"
κι ήταν τότε ακριβώς, που έπαψε να με θυμώνει πια..
...........................................................

και το φεγγάρι μας ακολουθούσε χαμογελώντας, σ' όλη μας τη διαδρομή
τότε, όπως και τώρα.

Ονόματα και άλλα..

με τα ονόματα, γενικά, τα πάω καλά.
τα θυμάμαι μ' ευκολία
(σε αντίθεση με τα πρόσωπα, που λόγω προσωπαγνωσίας, δυσκολεύομαι πολύ).
τα θυμάμαι λοιπόν τα ονόματα μια χαρά, εκτός αν είμαι σε κατάσταση στρες.

σ΄αυτό το είδος του στρες, που με αποδιοργανώνει και σχεδόν με διαλύει, πέφτω, μόνο όσον αφορά θέματα υγείας.

όντας στην συγκεκριμένη κατάσταση, έχω κατά καιρούς εκστομίσει διαμάντια..

έχω αποκαλέσει τον παιδίατρο της Ραφαηλίας "κύριο Ραφαήλ" (καμμία σχέση με το όνομα του φυσικά)

την παιδίατρο της Ελένης, "κυρία Καζολίν"
(τη γυναίκα την έλεγαν Κούκου, αλλά τότε έβγαινε στην τηλεόραση μια διαφήμιση που έλεγε "κούκου! είμαι το καζολίν" και ο συνειρμός ήταν αναπόφευκτος)

τον Χρόνη, Χρόνο
κι άλλα ωραία, που πάντα με έφερναν σε πολύ δύσκολη θέση.

τόσο δύσκολη, που στο δρόμο της επιστροφής από το ιατρείο στο σπίτι, είχα μεν το άρρωστο παιδί αγκαλιά, αλλά σταματούσα σε κάθε στύλο της ΔΕΗ και χτυπούσα το κεφάλι μου κάνοντας ταυτόχρονα την αυτοκριτική μου: "μα πόσο ηλίθια μπορεί να είσαι; πόσο; πόσο; ΠΟΣΟ;;"

δεν θέλω να θυμάμαι πως έχω ονομάσει τη νηπιαγωγό της Ραφαηλίας κάποια στιγμή που με κάλεσε να πάω να πάρω το παιδί, γιατί έκανε εμετό μέσ' την τάξη.
αχνά θυμάμαι, πως μου έβαλε τις φωνές, γιατί της επαναλάμβανα με συνέπεια παπαγάλου, την ίδια ερώτηση συνεχώς:
"δεν την έσπρωξαν; δεν έπεσε; μόνο εμετό έκανε;"
"δεν την έσπρωξαν; δεν έπεσε; μόνο εμετό έκανε;"
"δεν την έσπρωξαν; δεν έπεσε; μόνο εμετό έκανε;"

μεγαλώνω κι όσο να 'ναι, τα ελαττώματα μου, αργά ή γρήγορα θα φτιάξουν.
είναι σαν την κοιλιά: δεν έχω κοιλίτσα, μπόϊ θα ρίξω!

τα ελαττώματα μου λοιπόν θα φτιάξουν
θα ψηλώσω και θα ισιώσει η κοιλιά μου
και κάποτε θα μάθω να διαχειρίζομαι το άγχος μου.

και τότε, όλα θα είναι καλύτερα!

ή μήπως όχι;

Χτες Κυριακή..

-θέλω κι εγώωω..
-όχι!
-μα γιατίι;
-γιατί είναι επικίνδυνο!
-η Ελένη πως ανέβηκεε;
-η Ελένη είναι μεγάλη. γίνε κι εσύ δεκαοχτώ και μετά, ανέβα και στο Εβερεστ.
-θέλω κι εγώ σας λέω!


η Ελένη από τη θέση του ναυαγοσώστη, κοίταζε από ψηλά όλο τον κόλπο της Αναβύσσου: την αμμουδιά, τη θάλασσα, εμάς κάτω της.
το Ραφάκι πήρε ένα καλάμι κι έγραφε στην άμμο, στεναχωρημένο.
ο Χρόνης έψαχνε να βρει τη φωτογραφική να τραβήξει την Ελένη

έκανε παγωνιά, ο ήλιος είχε πέσει πια, αλλά δε μας έκανε καρδιά να φύγουμε.
ήταν όμορφα έτσι όπως άδειαζε η παραλία κι είχαν μείνει μόνο οι περιπατητές που πήγαιναν μονότονα πάνω-κάτω στο τσιμεντένιο δρομάκι, εκεί ακριβώς που τέλειωνε η αμμουδιά.

το χρώμα της άμμου, γινόταν σκοτεινό κι ένιωθα αυτό το ευπρόσδεκτο που έρχεται όταν αναρρώνεις αργά κι όλα μπαίνουν στη θέση τους,
λες και γλυστράνε σαν πιόνια σε μια μαγική παρτίδα σκάκι.

αναστέναξα ξανά και ξανά και ξανά λες κι αυτός ήταν ο πραγματικός αέρας: η μυρωδιά της θάλασσας
κι ο άλλος που καθημερινά ανάσαινα, ήταν απλά, αυτός της επιβίωσης
και μου 'ρθε στο μυαλό ένα διήγημα που 'χα διαβάσει παλιά, του Μπουκόφσκι πρέπει να 'ταν, όπου μιλούσε για ένα βραδυνό περίπατο στη θάλασσα: μύριζε αλάτι και καβουρντισμένα φιστίκια.

η Ελένη κατέβηκε απ' τον πύργο της, η Ραφαηλία όμως, ήταν ακόμα στεναχωρημένη.
γέλασε η μεγάλη, την πήρε αγκαλιά, τη στριφογύρισε, γέλασε κι η μικρή μαζί της κι έτσι αγκαλιά, πήγανε μέχρι το αυτοκίνητο.

τις έφτασα, άνοιξα την πόρτα, κάθισα στη θέση του συνοδηγού κι έβαλα το mp3 να παίζει
κάθισε κι ο Χρόνης δίπλα μου και ρώτησε:
-έεετοιμες;
-έτοιμες!
απάντησαν γελώντας εν χορώ τα κορίτσια
-πάμε σπίτι, χαμογέλασα κι εγώ
και πήραμε το δρόμο του γυρισμού.
.........................................................

πάνω απ' τα λιμανάκια
περνώντας δίπλα απ' τα παραλιακά, κλειστά ξενοδοχεία
περνώντας απ' το δειλινό στη νύχτα
στο δρόμο του γυρισμού

στο δρόμο για το σπίτι..