Απολογισμός


light blue - χειμώνα καλοκαίρι
take five - στο repeat
πολλοί καφέδες φίλτρου κι espresso όλη μέρα
κι αργά τη νύχτα, μεγάλα άσπρα φλυτζάνια με τσάι πράσινο και φλούδες λεμονιού.

λίγο προτού κοιμηθώ: big bang theory
- αυτή την εποχή οι φάκελοι στο αρχείο με Spike Lee και τα παλιά των αδερφών Coen

 κι απέναντι Dickens, Μυριβήλης, Umberto Eco, Λυμπεράκη
 -κι όσο πατάει η γάτα Stephen King
τραγουδάω παράφωνα "πες μου μια λέξη" όταν σκουπίζω,
απλώνω,
κάνω μπάνιο

μιλάω δυνατά στη Νέλλυ "μα μόλις τώρα μάζεψα, γαϊδούρα!"
έχω φιλενάδους και φιλενάδες στο fb, που μου χαμογελάνε και μ' αφιερώνουν τραγούδια και τη σκέψη τους
έχω φιλενάδους και φιλενάδες στη ζωή, που συναντιόμαστε και πίνουμε καφέ κάποια υπέροχα απογεύματα

αγκαλιάζω τα παιδιά
-το ένα απ' αυτά στο skype
το άλλο την ώρα που διαβάζει ("κι εγώ σ' αγαπάω μαμάα")
 τις γάτες -που γουργουρίζουν

μιλάω στη χελώνα την Πόπη,
στο τηλέφωνο στις σκάλες, καθώς ανεβαίνω στο σπίτι στον αδερφό μου

κι ανάμεσα σ' όλ' αυτά -σε μια αστραπή, στις μικρές ρωγμές που αφήνει ο χρόνος- αντικρίζω ξανά την περσινή θλίψη και τον φόβο 
τις μέρες που άφησα πίσω μου
και είμαι καλά!

Δόξα τω Θεώ, φέτος, είμαι καλά..

 light blue -χειμώνα καλοκαίρι
και take five -στο repeat
espresso και πράσινο τσάι

και μια αγκαλιά σε όλους
γιατί φέτος,

είμαι Καλά!

Χριστούγεννα


τα δέντρα της ζωής μας
τα παιχνίδια
το γέλιο
τα παιδιά
οι γάτες
τα χαμόγελα
τα ασημένια παπούτσια της Ραφαηλίας
η Ελένη που λείπει
εγώ που είμαι Καλά -πια
η Feist και το mushaboom
η γιορτινή ατμόσφαιρα στο σπίτι

και όπως πάντα,

ο Χρόνης και ο παπαγάλος του


Χριστούγεννα

Ευλογημένα και Καλά

Χριστούγεννα

Χρόνια Πολλά!

Αξιότιμοι γονείς..


το μεσημέρι στην κουζίνα: το Ραφάκι τρώει, εγώ βάζω τα πιάτα στο πλυντήριο ενώ ταυτόχρονα ακούω τα νέα του σχολείου.

"..κι έτσι σήμερα, πήραμε και τα υπόλοιπα βιβλία! να τα ντύσουμε όμως, γιατί θα λερωθούν"

"μπράβο Ραφαηλία! και βιβλία πήρατε κι εκπαιδευτική εκδρομή θα πάτε και γιορτή Χριστουγεννάτικη ετοιμάζετε.."

"κι αύριο θα φέρουμε κι ένα κόκκινο λάχανο σχολείο για να κάνουμε πείραμα και καλαμάκια και σουρωτήρι κι ένα λεμόνι!"

"απαπα πόσα πράματα! τι σουρωτήρι;" 
"δεν ξέρω. ένα σουρωτήρι είπε η Κυρία"

"έτσι γενικώς; άρα το μεγάλο θα εννοεί. καλά, θα μου το φέρεις όμως πίσω, δεν θα το πετάξεις"

"μα τι λες; θα πετούσα ποτέ το σουρωτήρι μας;" γελάει στην ιδέα του πεταμένου σουρωτηριού
"α μαμά! ξέρεις τι διαβάσαμε σήμερα για την Κίνα;"

"για την Κίνα; είναι πολύ ενδιαφέρουσα η Κίνα! για πες"

"λοιπόν, όταν τα παιδιά μιλάνε στους γονείς, στο τέλος πάντα λένε "αξιότιμε πατέρα" ή "αξιότιμη μητέρα"

"ναι, ε;" 
"ναι! δηλαδή, αν θέλουν ένα ποτήρι νερό, λένε "μου βάζεις σε παρακαλώ ένα ποτήρι νερό, αξιότιμη μητέρα;"

κι εκεί που είμαι έτοιμη να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τον πολιτισμό της Κίνας, που μαθαίνει στα παιδιά να σέβονται τους γονείς, το Ραφαηλάκι συνεχίζει:

"πλάκα κάνουν;"
...........................................

Το δέμα

"Μαριλένα, Χριστούγεννα έρχονται, θέλω να στείλω κάτι στο παιδί"
"σε ποιο παιδί;"
"στην Ελένη! τι σε ποιο παιδί; έχουμε κι άλλο παιδί που να ζει μακριά;"

η κουμπάρα με κοίταξε θορυβημένη
της ανταπόδωσα το βλέμμα ασκαρδαμυκτί και πρότεινα:

"βάλε δυο κουραμπιέδες σ' ένα κουτί και στείλτους!"
"κουραμπιέδες;; κουραμπιέδες θα στείλω;;"

την ξανακοίταξα ασκαρδαμυκτί και θορυβημένη:
"γιατί; τι έχουν οι κουραμπιέδες; μια χαρά Χριστουγεννιάτικο κέρασμα είναι! δε θες κουραμπιέδες; φτιάξε μελομακάρονα! δε σ' αρέσουν ούτε τα μελομακάρονα; πάρε κουρκουμπίνια. αυτά τρώγονται όλο το χρόνο! κι η Ελένη τρελαίνεται για κουρκουμπίνια! βλέπει κουρκουμπίνι και γυαλίζει το μάτι της! καλά, το μάτι της γυαλίζει ανεξαρτήτως των κουρκουμπινίων, αλλά ειδικά με το κουρκουμπίνι, το συγκεκριμένο μάτι, παίρνει μια απόκοσμη, πράσινη λάμψη και μια γυαλάδα ιδιαίτερη"
"δεν είσαι με τα καλά σου! άκου κουρκουμπίνια και μελομακάρονα! γι' αυτό σε ρωτάω νομίζεις; για να μου πεις τι θα στείλω;"
"τότε; τέλειωνε Μαρία, με ζάλισες! αποκαλύψου!"
"μωρέ εγώ έχω στο μυαλό μου ακριβώς αυτό που θέλω!"
"που έχεις ακριβώς αυτό που θέλεις;;"
"στο μυαλό μου.."
"που;;;"
"σταμάτα! θέλω να μου πεις, πως θα το στείλω! δεν ξέρω!"
"αυτό ήταν και δεν το λες τόση ώρα; τίποτα πιο εύκολο!"
"για πες!"
"θα πας πρωί πρωί στο άλσος, στην είσοδο ακριβώς. ξέρεις, στο στρογγυλό παρτέρι το μεγάλο!"
"τι θα κάνω στο άλσος;"
"μη βιάζεσαι! συγκεντρώσου και δώσε βάση!
εκεί το πρωί μαζεύονται όλα τα περιστέρια.
θα πλησιάσεις σιγά σιγά, καλό είναι να 'χεις μαζί σου λίγο ψωμί, ξέρεις, για δόλωμα. μόλις αυτά σε δούνε και 'ρθουν κοντά σου, πετάγεσαι, βουτάς ένααα!! ε, μετά, του δένεις το δέμα στο πόδι κι έχεις παράδοση γρήγορη, άμεση και εγγυημένη"

σηκώθηκε αγανακτισμένη

"εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ με κοροϊδεύεις"

κι έφυγε να πει τα παράπονα της στο Χρόνη
"πες του να σε ορμηνέψει όπως πρέπει" της φώναξα, αλλά δεν καταδέχτηκε να μου απαντήσει..

"κουραμπιέδες, μελομακάρονα και κουρκουμπίνια"
εξομολογήθηκα στη Νέλλυ μόλις μείναμε μόνες μας
"τι καλύτερο από ένα δεματάκι με Χριστουγεννιάτικα γλυκά;
είτε είσαι στην ξενιτειά είτε στην Ελλάδα.."

αυτή με κοίταξε, κούνησε τα μουστάκια της και γουργούρισε

"κατάλαβα" της ψιθύρισα και της χάιδεψα τ' αυτιά

ήμουν σίγουρη, πως το δικό της δεματάκι, το προτιμούσε με περιστέρια.

παράδοση
όμως σίγουρα και,
περιεχόμενο..

Τα αγγλικά

"καλημέρα, καλημέρα! καλημέρα μωρό! έλα ξύπνα, καλημέρα!"

τεντώνεται με κλειστά μάτια

"Ραφάκι σήκω! άντε βρε αγάπη μου κι έχουμε αργήσει"

μισοκλείνει τα μάτια και:
"πρώτα θέλω αγγλικά"
μουρμουράει

"τι θέλεις;;"
"μμμ αγκαλιά.." 
......................................

όταν το Ραφάκι ζητάει αγγλικά για να ξυπνήσει
γίνεται η μέρα, να μη ξεκινήσει 
όμορφα;

Οι επιλογές

στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής.
ο Χρόνης οδηγεί, δίπλα του χαζεύω τα τούνελ της αττικής, το Ραφάκι στο πίσω κάθισμα σιγοτραγουδάει
-όμορφα.

"βρε μωρό" γυρίζω πίσω "τραγούδησε πιο δυνατά να σ' ακούσουμε κι εμείς"
"θέλετε;"
"και βέβαια!
"ποιο να σας τραγουδήσω;"
"ό,τι να 'ναι. μόνο τη "Μπάρμπι στην Ακρογιαλιά" μη πεις! έτσι και τ' ακούσω άλλη μια φορά, θ' αυτοκτονήσω!"

γελάει.

μου 'λειψε, μου 'λειψε, μου 'λειψε.
το -σκοτεινό- πίσω κάθισμα, τα κίτρινα φώτα του δρόμου, τα τούνελ που εναλλάσσονται γοργά: τούνελ-κομμάτι δρόμου-τούνελ-κομμάτι δρόμου-τούνελ-
ενώ ακούγονται τ' ασημένια ρυάκια που κυλάνε στο γέλιο της Ραφαηλίας.

"πες κάτι που σας έμαθαν σχολείο"
"το δρόμο;"
"ναι, πες τον δρόμο!"

παίρνει ανάσα και ξεκινά: ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία..
τραγουδώ μαζί της:
κι ύστερα κύλησ' ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά


και θυμάμαι τη μάνα μου
(που από μέσα μου, πάντα της μιλώ και πάντα "μαμά" τη φωνάζω)
πόσο της άρεσε ο "δρόμος" και πόσο της άρεσε ο Λοΐζος.

μόλις τελειώνουμε, γυρνώ στο πίσω κάθισμα:
"το αγαπημένο μου απ' το "δρόμο" είναι το:
τα πολυβόλα σώπασαν, οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν
ένας βοριάς παγωμένος σαρώνει την έρημη γη.."

"το 'χω ακούσει, αλλά δεν το ξέρω"
"ποια άλλα ξέρεις του Λοΐζου;"
"πολλά! ξέρω και το κορόιδο Μουσολίνι!"
"αυτό δεν είναι του Λοΐζου!"
"ναι βρε μαμά, το θυμήθηκα γιατί λέει για τότεε!"
"για το '40. ξέρεις την ιστορία εκείνης της εποχής; ξέρεις ποιος ήταν ο Μουσολίνι;"
"φυσικά!"
"θα μας πεις;"
"ένας άνθρωπος, που ήθελε να κατακτήσει τις άλλες χώρες κι είχε ένα κόκκινο σημάδι ραμμένο στο μανίκι του!"

ο Χρόνης αναρωτιέται:
"αυτόν τον Ιάπωνα λες, τον Χιροχίτο;"

κι εγώ, νομίζοντας πως ο Χρόνης εννοεί τα χελωνονιντζάκια ως "ιάπωνα χιροχίτο" διορθώνω με απόλυτη σοβαρότητα "το χρώμα στο μανίκι τους είναι κίτρινο, όχι κόκκινο!"
έπειτα, γυρίζω στο Ραφάκι, για να της μάθω πως λεγόταν ο ψυχασθενής που είχε ένα κόκκινο ραμμένο σημάδι στο μανίκι του.

"αυτός βρε αγάπη ήταν ο Χίτλερ! καλά, μόνο τραγούδια έμαθες, από ιστορία τίποτα;"
"απ' όλα έμαθα! μερικές φορές όμως, αυτό το τραγούδι το μπερδεύω.."
"δηλαδή;"
"δηλαδή, εκεί που λέει:
εσύ και η γελοία, η φασιστική Ιταλία
τρέμετ' όλοι το χακί"
ε, εγώ, το "χακί" το μπερδεύω με το "χαλί"

"που πάει να πει, τραγουδάς:
εσύ και η γελοία, η φασιστική Ιταλία
τρέμετ' όλοι το χαλί;;;;"

"ναι.." 
λέει το Ραφάκι με συντριβή, ενώ εγώ κυλιέμαι απ' τα γέλια στο χαλάκι του αυτοκινήτου, που ομολογώ, δεν το φοβάμαι διόλου!

"κι όταν το είπαμε στο σχολείο, στις πρόβες, η δασκάλα της μουσικής ρώτησε, "ποιος είπε "χαλί;;" αλλά εγώ δεν απάντησα"
...................................................

το αυτοκίνητο τρέχει στην αττική οδό

τα τούνελ εναλλάσσονται με γοργό ρυθμό, ο Χρόνης οδηγεί χαμογελώντας, εγώ μισογυρνώ στο πίσω κάθισμα και μιλώ στη Ραφαηλία, στο δικό μας Ραφάκι, που δεν καταλαβαίνει γιατί το να μπερδεύει το "χακί" με το "χαλί" είναι τόσο αστείο

κι αυτή είναι μια απ' τις φορές που είμαι απολύτως σίγουρη, πως βρίσκομαι εκεί ακριβώς που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει.

σίγουρη, πως όλες οι επιλογές στη ζωή μου, μία μία χωριστά, οδήγησαν στο να 'μαι σ' ένα αυτοκίνητο που τρέχει στην αττική οδό, ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ του Νοέμβρη.

κι αυτό φέρνει ένα χαμόγελο ψυχής, σαν εκείνο που νιώθεις όταν ακούγεται ένας αγαπημένος ήχος, όπως τ' ασημένια ρυάκια που κυλάνε στο γέλιο ενός παιδιού.

τόσο απλά
και τόσο εύκολα

τελικά..

Δια(σ)τροφή

"ο Michael Fassbender παίζει έναν παθολογικό σεξομανή του οποίου η ρουτίνα της διαστροφής του διακόπτεται όταν τον επισκέπτεται η νεότερη αδερφή του (Carey Mulligan) και μένει στο διαμέρισμα του για μερικές εβδομάδες."

αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας Shame του Steve McQueen.

εγώ, διάβασα το εξής:

"ο Michael Fassbender παίζει έναν παθολογικό διαβητικό του οποίου η ρουτίνα της διατροφής του διακόπτεται όταν τον επισκέπτεται η νεότερη αδερφή του (Carey Mulligan) και μένει στο διαμέρισμα του για μερικές εβδομάδες."

είναι η διαφορά της διατροφής και της διαστροφής.

γενικότερα, είναι η διαφορά της δικής μου οπτικής γωνίας με των άλλων:

και οι δύο βγάζουν νόημα,

με τη μία όμως γελοιοποιείσαι εντελώς..

Επέτειος

αντιγράφω από τη σελίδα μου στο fb:

..μόνο γύρω απ' το λαιμό μου σαν κασκόλ δεν τυλίγεται! αέρα βρε, πήγαινε πιο κει, ν' ανασάνω! :D


 όταν κοιμάμαι κοιμάται πάνω μου, όταν τρώω έρχεται στα πόδια μου, κάθομαι στον υπολογιστή - ανεβαίνει στο net book και με κρυφοκοιτάζει.. ουδείς άντρας με πρόσεξε έτσι! ποτέ... :Ρ
................................................................

ούτε καν ο σύντροφος Χρόνης, μ' όλο που σήμερα κλείνουμε 27 συναπτά χρονάκια, από τότε που ξεκινήσαμε μαζί..

H power ranger

σήμερα το πρωί:
"προχώρα! συγκεντρώσου!"

το Ραφάκι με τις πατερίτσες πηγαίνει προς την εξώπορτα ακροβατώντας.

"ο Θεός τα προστατεύει" σκέφτομαι "αν ήτανε στο χέρι της, θα είχε τσακιστεί χίλιες φορές ως τώρα, έτσι που ονειροβατεί συνέχεια".

ετοιμαζόμαστε για το σχολείο.
έχω φορτωθεί την -ασήκωτη- τσάντα και βάζω τα κλειδιά στην εξώπορτα, να ξεκλειδώσω να φύγουμε.
πιάνω το πόμολο και γυρίζω στο Ραφάκι:

"έτοιμη;"
"έτοιμη!  να σου πω μαμά, εσύ τι θα κάνεις όταν γυρίσεις σπίτι;"

τι να της πω; πως θα κάνω καφέ, θα δω ταινία στο κρεββάτι και μετά ..αγρανάπαυση;
να ζηλέψει το μωρό;

"μμμμ, δουλειές" μασάω τα λόγια μου
"εγώ ξέρεις τι πιστεύω;"

"με τσάκωσε!" σκέφτομαι

"πιστεύω πως όταν φεύγω και μένεις μόνη, κάνεις μια στροφή, γίνεσαι power ranger και τρέχεις να βοηθήσεις τους ανθρώπους!"

μένω με το χέρι στο πόμολο

"τι κάνω;"
"γίνεσαι power ranger.
 και μου το κρατάς κρυφό"

με πιάνουν τα γέλια

"σωστά μωρό μου, σωστά! δε μου λες κι ο μπαμπάς σου, τι κάνει; είναι κι αυτός power ranger;"
"όοοχι! αυτός δουλεύει σε μια εταιρεία και φουσκώνει μπαλόνια!"
"φουσκώνει μπαλόνια; τι τα κάνει τα μπαλόνια;"
"τα δίνει σε σένα για τους καημένους τους ανθρώπους που βοηθάς.."
..............................................................

κι όπως γύριζα σπίτι απ' το σχολείο

-αφού είχα ανεβάσει το Ραφάκι όλα τα σκαλοπάτια μονοκοπανιά, μέχρι την τάξη της,
αφού την είχα τακτοποιήσει: καρέκλα για το σπασμένο ποδαράκι,
την τσάντα ανοιχτή στα δεξιά της, δίπλα στο θρανίο,
το κινητό φορτισμένο για να μπορεί να με πάρει την ώρα της γυμναστικής που θα έμενε μόνη στην αίθουσα "βαριέμαι μαμάαα"
αφού τη φίλησα δυο και τρεις φορές και τη χαιρέτησα "γεια σου μωρό μου, σ' αγαπάω"-

στο δρόμο γελούσα μόνη μου.

πρωί πρωί κι ο κόσμος που με προσπερνούσε με κοιτούσε απορημένα, αλλά δε μ' ένοιαζε διόλου: κανείς τους δεν ήξερε την κρυφή μου δύναμη, κανείς, παρά μόνο το Ραφάκι.

κι αυτό άξιζε τις απορημένες ματιές
άξιζε τη super στολή
άξιζε ακόμα και το μπαλόνι.

αυτό τελικά τα άξιζε,
όλα..

Ραφάκι με πατερίτσες

το Ραφάκι με πατερίτσες!
δεκαπέντε μερούλες θα ακροβατεί με μένα πίσω της να την προσέχω και να 'χω μάτια, αντί για δύο, τριαντατέσσερα.

"τι κάνετε;"
κι απ' το στρες
"τι να κάνουμε.. το Ραφάκι έβαλε ..γυψοσανίδα"

γυψονάρθηκα ήθελα να πω, κατασκευή για το σπίτι μου βγήκε.

"καλά, πως τα κατάφερες;" τη ρώτησε ο γιατρός στα επείγοντα.
"έκανα τη νεράιδα, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα! πριν λίγα χρόνια, έκανα το άλογο κι έσπασα το χέρι μου"

"αφού βρε παιδί μου βλέπεις πως δε σου κάθεται, τι επιμένεις;" απόρησε ο γιατρός και γελάσαμε όλοι.

ένα μικρό κοκκαλάκι στο πατουσάκι, έπαθε τη ζημιά.
ένα μικρό, σπασμένο κοκκαλάκι που πλέον ευθύνεται για τις πατερίτσες και το σκαρφάλωμα δυο ορόφων: τόσο στην τάξη της όσο και στ' αγγλικά.

"ε, μη στεναχωριέσαι!" την παρηγόρησα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου "μια χαρά θα τα καταφέρεις με τα δεκανίκια!"
"τι είναι τα δεκανίκια;"
"οι πατερίτσες. δεκανίκια, πατερίτσες, το ίδιο πράγμα!"
"και γιατί τα λένε, δεκανίκια;"
"ξέρω 'γω;"
"γιατί, για να τ' αγοράσεις πρέπει να δώσεις δέκα νοίκια;"
"....."

έτσι, ακολουθούμε τις οδηγίες του γιατρού:
το πόδι ψηλά, πάνω σε μια καρέκλα πάντα
το βράδυ στο κρεββάτι ακουμπισμένο σ' ένα μαξιλάρι
κι όταν περπατά, προσοχή, μην αγγίξει το έδαφος.

το Ραφάκι είναι εφοδιασμένο με τηλέφωνο, καινούριες ταινίες, παιχνίδια, μουσική.
την προσέχουμε όλοι
τη φροντίζουμε όλοι
τόσο εμείς όσο κι οι γάτες.

είναι ένα Ραφάκι, που σιγά σιγά προσαρμόζεται κι αστειεύεται για την κατάσταση της:
"μαμά δε μοιάζω με φλαμίγκο;"
"με φλαμίγκο; τι εννοείς;"
"να, έτσι που κρατάω σηκωμένο το ένα μου πόδι στον αέρα, σαν φλαμίγκο δεν είμαι;"

γελάω
και καταλαβαίνω πως έχει πλέον ξεπεράσει το σοκ του σπασίματος.
και γιατί όχι άλλωστε;

αφού έτσι κι αλλιώς,
την προσέχουμε όλοι
τη φροντίζουμε όλοι
τόσο εμείς, όσο κι οι γάτες

για να μη μιλήσω για τα φλαμίγκος.

Καλοκαίρι, η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει

την επόμενη Κυριακή θ' αλλάξει η ώρα -δεν θέλω να το σκέφτομαι.
ο χειμώνας ένα βήμα πια έξω απ' την πόρτα μας: με μπουφάν, σκοτεινά απογεύματα, μπλε και γκρίζα χρώματα -δεν θέλω να το σκέφτομαι.

"αντίο Λιλιπούπολη, αντίο αντίο
παίρνω το πατίνι μου, το άλογο, το πλοίο.."


έβαφα όλη τη βδομάδα, έβαφα.
πόρτες, ράφια, τα ντουλάπια της κουζίνας, το γραφείο μου, την παιδική ντουλάπα της Ραφαηλίας.. έπαιρνα το πινέλο, το βουτούσα στο χρώμα κι έβαφα πράσινα, κίτρινα, καφέ, μπλε
την επόμενη μέρα, τριγυρνούσα σ' ένα σπίτι αλλιώτικο.

κι αυτό, θέλω να το σκέφτομαι.

το καλοκαίρι μού φαίνεται πια πολύ μακριά.
πως πέρασαν όχι μήνες, αλλά χρόνια, από τότε που πήρα το Ραφάκι και φύγαμε διακοπές.
στο Τολό.
θυμάμαι..

και μετά στην Αίγινα.
και στα γενέθλια της μικρής, ήρθε κι η Ελένη "έκπληξηη!!"

φέτος για πρώτη φορά, δεν βρεθήκαμε οι τέσσερις όλοι μαζί στην Αίγινα, παρά για λίγες ώρες μόνο.
εμείς οι τρεις, η Ελένη, το Ραφάκι κι εγώ
κι αργότερα οι άλλοι τρεις, ο Χρόνης, το Ραφάκι κι εγώ
αλλά οι τέσσερις, για πρώτη μας φορά, όχι..

"αντίο οικογένεια, αντίο αντίο
παίρνω το πατίνι μου, το άλογο, το πλοίο"


τραγούδησε η Ελένη αποχαιρετώντας και στέλνοντας μας τρυφερά φιλιά, έφυγε για ένα καλύτερο αύριο, για ένα χειμώνα χωρίς το γκρίζο του.

κι αυτό ίσως, θέλω να το σκέφτομαι.

όμως εδώ, όμως απόψε έχουμε ακόμα φθινόπωρο.

το Ραφάκι κοιμάται εδώ και ώρα, αύριο έχει να σηκωθεί νωρίς: σχολείο.
οι γάτες κρυώνουν και κουλουριάζονται στον ύπνο τους

ο Χρόνης διαβάζει
η Πόπη χαζεύει στο βράχο της
η Ελένη σίγουρα θα ονειρεύεται και θα χαμογελάει

κι εγώ περιμένω να 'ρθει γοργά το καλοκαίρι,
να βρεθούμε για μια φορά ακόμα οι τέσσερις μαζί
κάποια ζεστή, ανυποψίαστη μέρα του Αυγούστου:

"έκπληξηη!!"

ξανά..

Με λένε Μαριλένα

"μαμάαα"
"μη φωνάζεις! έρχομαι!"
"ξέρεις τι έγινε σήμερα σχολείο;"
"για πες! και πλύνε καλά τα χέρια σου! και μη πετάς νερά παντού! πρόσεχε!"
"στο μάθημα της πολιτικής αγωγής, η κυρία ρωτούσε ένα ένα τα παιδιά:
αν χώριζαν οι γονείς σου, με ποιον θα πήγαινες, με τη μαμά ή τον μπαμπά;"
"τι ρωτούσε;;"
"αν χώριζαν οι γονείς.."
"δεν είμαστε καλά!"
"ναι κι άλλα παιδιά έλεγαν με τη μαμά, άλλα με τον μπαμπά"
"δεν είμαστε καθόλου καλά!"
"εγώ σήκωνα το χέρι μου να πω, το σήκωνα συνέχεια!"
"δεν θέλω να ξέρω.."
"αλλά εμένα δε με ρώτησε! κρίμα.."
"...."
"ξέρεις τι θα 'λεγα;"
"....."
"ούτε με τον μπαμπά, ούτε με τη μαμά. με τη νονά θα πήγαινα!"
...........................................

με λένε Μαριλένα και ζω στο Λαμογιστάν.

έχω το Χρόνη, την Ελένη, τη Ραφαηλία, τη Νέλλυ, την Ακκα, την Πόπη

ο Χρόνης δουλεύει
η Ελένη για να μπορεί να δουλέψει έφυγε σ' άλλη χώρα
και το Ραφάκι πηγαίνει σ' ένα σχολείο, όπου το μάθημα της πολιτικής αγωγής, μεταλλάσσεται σε Κράμερ εναντίον Κράμερ

για τη Νέλλυ, την Ακκα και την Πόπη δεν έχει αλλάξει τίποτα.
τυχερά κορίτσια!

η ζωή μας  είναι διαφορετική πια.
η πίστη μας όμως, αυτή η πίστη που είχαμε όταν πρωτοξεκινήσαμε παραμένει η ίδια
και όσο περνάει απ' το χέρι μου, θα κρατάω αναμμένη πάντα τη μικρή της φλόγα.

αυτή την τόση δα φλογίτσα, που μας ζεσταίνει όταν κρυώνουμε, που μας κάνει να προχωράμε ακόμα κι όταν κουραζόμαστε, που μας φωτίζει όταν είναι σκοτεινά, που μας κάνει ακόμα να χαμογελάμε -κάθε μέρα.

με λένε Μαριλένα και ζω στο Λαμογιστάν.

κι όσο περνάει απ' το χέρι μου, θα γελάω πάντα: με τη νονά θα πήγαινα.

(μα πάντα..)

Εμείς

 
όταν ονειροπολούμε κοιτώντας τη ζωή μας,
όταν βλέπουμε όσα πέρασαν
και μέσα απ' αυτά,
εκείνα που θάρθουν

τότε,
όλα γίνονται εύκολα

κι όλα μας είναι αρκετά.


καλησπέρα σας!

Ο Ερμής


τις τελευταίες μέρες, αρπάζομαι πολύ!
γυαλίζει το μάτι μου κι ό,τι μου φανεί "κάπως" ορμάω χωρίς πολλά πολλά και το ..βάζω στη θέση του.
η οποία θέση είναι "μακριά από μένα και κάμε ό,τι θες"

αρπάζομαι λοιπόν και δίνω διαταγές σαν λοχίας σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων.
υπομονή κάνουν όλοι και δη όσοι ξέρουν πως περνάω δύσκολα, λόγω του ..ξενητεμένου μου μωρού.

ο Χρόνης ειδικά, προσπαθεί να μου φτιάξει τη διάθεση με το δικό του τρόπο.
ενώ για παράδειγμα, άλλες φορές τον παρακαλούσα με τις ώρες να μου κάνει μια δουλειά και με το "καλά, σε λίγο" με ξεφορτωνόταν, τούτες τις μέρες, δεν προλαβαίνω καν να εκφράσω μια επιθυμία κι αυτή πραγματοποιείται σε χρόνο μηδέν παρακαλώ!

έτσι χτες βράδυ, αποφάσισε να μου βάλει σε τάξη τους διάφορους κωδικούς, που τα τελευταία χρόνια έχω καταχωρήσει.

άνοιξε τον mozilla, μπήκε στα εργαλεία κι έμεινε έκθαμβος: για το ίδιο site είχα τρεις και τέσσερις κωδικούς!
κάτω από δύο, δεν έπεφτα σε καμμιά σελίδα!

ενώ κανονικά είμαι τακτικός άνθρωπος, σε αφύσικο επίπεδο μάλιστα, οι κωδικοί είναι το αδύνατο μου σημείο.
τούτο το μπέρδεμα, ήθελε υπομονή και πολύ γερά νεύρα, σωστός λαβύρινθος ήταν! ένας λαβύρινθος διευθύνσεων και ονομάτων, δύσκολο πολύ να ξεμπερδευτεί -τουλάχιστον από μένα, που δεν χαρακτηρίζομαι για την υπομονή μου.
κάθισε λοιπόν ο Χρόνης κι άρχισε σιγά σιγά να το συμμαζεύει.

εκείνος δούλευε στο net book ενώ εγώ δίπλα στον μεγάλο υπολογιστή, επιβεβαίωνα και τσέκαρα.
μετά από ώρα, άρχισε να φαίνεται φως: πολλά sites τα είχα σβύσει, άλλα παρέμεναν κι άλλα τα είχα βάλει με ερωτηματικό.

επέλεξα ποια τελικά θα κρατούσα, έριξα μια τελευταία ματιά κι είπα στον Χρόνη:
"εντάξει, αυτά θέλω μόνο, σβύσε τους υπόλοιπους κωδικούς"
"είσαι σίγουρη;"
"ναι, φυσικά. σβύστους"
"ok"

μάρκαρε τα ανεπιθύμητα και τα 'στειλε στο καλό. η λίστα μίκρυνε εντυπωσιακά. έσκυψα πάνω του και την επιθεώρησα προσεκτικά:
"αυτό το ermis τι τ' άφησες; δεν το θέλω!"
"το ermis είναι χρήσιμο. είναι δημόσιο δίκτυο για την εξυπηρέτηση των πολιτών. από εκεί, μπορείς να παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται"
"α, καλά!"
σήκωσα αδιάφορα τους ώμους.

η καινούρια λίστα ήταν έτοιμη. μικρή, συμμαζεμένη και μόνο με τ' απαραίτητα.
έσβυσα τα cookies και δοκίμασα να μπω με τον τρόπο που μου έδειξε ο Χρόνης.

στα blogs μου, σε κάποια fora, στη wordpress, στο ytube, όλα μια χαρά!
"βολικό είναι" μουρμούρισα
"είδες;" παινεύτηκε εκείνος "δε στο 'λεγα;"

μέχρι που δοκίμασα στο face.
εκεί, δεν έμπαινα με τίποτα!
δεν μπορούσα να κάνω sign in, δεν μ' έβαζε όποιο κωδικό και αν δοκίμαζα.

πανικός!

"τι έκανες;;" πετάχτηκα από την καρέκλα μου "δεν μ' αφήνει να μπω! φτιάξτο! φτιάξτο!"
"καλά βρε παιδί μου, μη κάνεις έτσι! θα το βρούμε"
"κι αν δεν το βρούμε; τι γίνεται τότε; ε; ε;"
"θα κάνεις αίτημα να σου στείλουν τον κωδικό. σιγά!"
"εσύ φταις!! μ' έβγαλες απ΄ το face κι απ' το twitter και μ' άφησες τον Ερμή!
χέστηκα για τον Ερμή! το 'ξερα πως κάποια μαλακία θα γινόταν, το 'ξερα!!" ωρυόμουν έξαλλη.

 ο Χρόνης ήρεμος και χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του:

"δε μιλάει έτσι μια κυρία" είπε
τον αγριοκοίταξα ακόμα πιο έξαλλη:
"εγώ ΔΕΝ είμαι κυρία!"

"δεν είσαι κυρία; και τ' είσαι;"

σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε, παρατήρησε τα κοντοκομμένα μου μαλλιά και το τσαντισμένο μου πρόσωπο και είπε:

"κύριος;"
.......................................................

κι εκείνη τη στιγμή ακριβώς αποφάσισα, πως ίσως στ' αλήθεια ο Ερμής, να ήταν ένα χρήσιμο δίκτυο.
όχι για τις διευκολύνσεις που έκανε στους πολίτες, ούτε για το βολικό του θέματος να αιτήσαι στο κράτος από το σπίτι, αλλά για τα φτερά που είχε στα πέδιλα και που μόνο ο Χρόνης μπορούσε να με κάνει να τα δώ..


(ακούμε το Lady Be Good του Django. ξέρετε κάτι πιο επίκαιρο;)

Ελένη: τα ήσυχα βράδια

..τα ήσυχα βράδια
η Αθήνα θ' ανάβει
σαν μεγάλο καράβι
που θα 'σαι μέσα κι εσύ"


ήταν η Αρλέτα το '86 και το -τότε- soundrack της ζωής με τον πατέρα σου.
είχαμε τότε το "καίκι" μια παλιά bmw, που όπως έτρεχε ακουγόταν ακριβώς σαν τα μεγάλα ψαροκάικα την ώρα που μπαίνουν στα λιμάνια.
εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν mp3's, αλλά walkman. στο walkman το "τσάι γιασεμιού", αυτός οδηγούσε, εγώ σφιγγόμουν πάνω του και το καίκι έτρεχε..

αργότερα πήγε στρατό. επισκεπτήριο, του πήγαινα στο τάπερ γεμιστά, ντομάτες και πιπεριές. έτρωγε και μετά ξάπλωνε στο παγκάκι στο στρατόπεδο: το κεφάλι του στα πόδια μου κι αποκοιμιόταν ξεθεωμένος. καθόμουν ακίνητη και χάζευα τα δέντρα, στ' αυτιά μου τ' ακουστικά με "τα ήσυχα βράδια", πιο μετά με τ' ακουστικά στο τραίνο του γυρισμού κι αργότερα στο αεροπλάνο για τη Σάμο:
"ακόμα κι αν φύγεις
για το γύρο του κόσμου"

σιγοψιθύριζα μέχρι στα όνειρα μου.

πέρασαν χρόνια από τότε.
όταν ήρθες εσύ, το καίκι το δώσαμε.
ήμασταν πια τρεις κι οι ευθύνες είχαν αλλάξει: εσύ ήσουν πλέον η μεγάλη προτεραιότητα, το κέντρο του κόσμου μας.
έτσι, το καίκι πήγε ν' αρμενίσει αλλού, με δυο ανθρώπους ξανά, ίσως και μ' έναν.

στο ντουλάπι μπήκαν και τα "ήσυχα βράδια".
σ' αυτό το μικρό ντουλαπάκι της καρδιάς, που φυλάμε τα πολύτιμα της ζωής μας.
εδώ και καιρό όμως, απ' το κλειστό ντουλαπάκι άρχισε σιγά σιγά ν' ακούγεται ολοένα και δυνατότερο το "τραγούδι της ερήμου"

το soundrack της ζωής με τον πατέρα σου, που τώρα γίνεται το soundrack της δικής μας ζωής:

"και δε θα σου λείπω
γιατί θα 'ναι η ψυχή μου
το τραγούδι της ερήμου
που θα σ' ακολουθεί"


παιδί μου

τώρα που ετοιμάζεσαι να πετάξεις, τώρα που γυρίζεις πίσω και κοιτάς
 "μπορώ;"
"ναι, μπορείς! μπορείς κόρη μου, μπορείς να φτάσεις όσο ψηλά θες, μπορείς να ξαπλώσεις στα σύννεφα, ν' ακουμπίσεις στα κύματα, να παίξεις με τον άνεμο, να μπεις απ' τ' ανοιχτό παράθυρο σπίτι ξανά, μπορείς να κάνεις αυτό που βαθιά επιθυμείς, όλα τα μπορείς"

αγάπη μου

ξέρω πως είναι δύσκολο.
όταν με κοιτάς χαμογελάω, κάνω ανόητα αστεία, τρέχω να σηκώσω ένα τηλέφωνο που δεν χτυπάει για να μη με δεις να δακρύζω, όμως..
ξέρω πως κάνεις το σωστό.
ξέρω πως είναι για καλό.

μωρό μου

ακόμα κι αν πας στην άκρη του κόσμου, δίπλα σου θα βρίσκομαι: να σου κρατάω το χέρι, να σε σκεπάζω όταν κοιμάσαι, να 'μαι εκεί μ' ένα ποτήρι νερό όταν διψάς

κόρη μου

στα βήματα σου, πάντα άπλωνα τα χέρια και σε πρόσεχα: μη πέσεις, μη σκοντάψεις, μη τρεκλίσεις.
έμαθες όχι μόνο να περπατάς, αλλά να τρέχεις, να γίνεσαι ένα με τον άνεμο
κι όπως περνούσαν τα χρόνια, έμενα πίσω σου, να σε κοιτώ και να σε καμαρώνω,

γι' αυτό, όταν απόψε έρθει η ώρα ν' αγκαλιαστούμε, να χωριστούμε, μη δώσεις σημασία αν με δεις να κλαίω: είναι που είμαι περήφανη για σένα.
για το κορίτσι μας, που πάνω απ' όλα έγινε μια υπέροχη κοπέλα,

που θα τρώει όλο της το φαί
που θα ντύνεται καλά όταν έξω κάνει κρύο
που θα καπνίζει τρία τσιγάρα μόνο, Παρασκευές και Σαββατόβραδα
που θα μπαίνει συχνά στο skype να μιλά με τη μαμά της
που θα φροντίζει να 'ναι πάντα γερή και χαρούμενη
που θα περπατά με το κεφάλι ψηλά
που δεν θ' αφήσει τη νοσταλγία να χαράξει, ούτε μια τοσοδούλα ρυτίδα στην ψυχούλα της

κι αυτό θέλουμε μόνο.

όσο για μένα, όπως τότε, έτσι και τώρα, θα χαζεύω που..

..τα ήσυχα βράδια
θα περνάει φωτισμένο
της ζωής μου το τρένο
που θα 'σαι μέσα κι εσύ"


παιδί μου..

Η παρκετέζα

καθαρίζω την αποθήκη.
σημαίνει:
"γίνεται το σύμπαν να χωράει σ' ένα δωματιάκι ένα επί τρία;"
"ε, σε μας, γίνεται!"

ανακατατάξεις.
σημαίνει:
"είχαμε τόσα πράματα, που δεν ξέραμε καν πως τα 'χαμε;"
"σαφώς!"

αποφάσεις.
σημαίνει:
"μπορώ να τα κρατήσω όλα;"
 "ΟΧΙ!"

εκπλήξεις.
σημαίνει:
"χρόνια το είχα χαμένο αυτό!" 
"τώρα που το βρήκες, πέτα το!"

καθαρίζω την αποθήκη, σημαίνει πως παίρνουν δρόμο ένα υπέροχο, καινούριο ροζ Ραφαηλένιο ποδήλατο, ένας ιονιστής που μόνο φίλτρα θέλει, γλάστρες και γλαστράκια, σιδερένιες βάσεις για γλάστρες και γλαστράκια, πορσελάνινες σαπουνοθήκες, καλαθάκια, ένα ζευγάρι πατίνια κι άλλα μικρά και μεγάλα, που μερικά απ' αυτά τα χαρίσαμε και τα υπόλοιπα τα πήρε ο Χρόνης, τα πήγε στον κάδο της ανακύκλωσης και τα 'ριξε μέσα με μια απονιά, που σου 'φερνε δάκρυα στα μάτια..

μέχρι που φτάσαμε στην παρκετέζα.
η παρκετέζα, ήταν μια παλιά hoover της μαμάς μου, η οποία εκείνα τα χρόνια, έκανε τα παρκέ να λάμπουν χωρίς καθόλου κούραση ή κόπο.
απλά, τη βάζαμε στη πρίζα, πατούσαμε το κουμπί και οι δυο δίσκοι που είχε στην κεφαλή της γύριζαν γρήγορα γρήγορα, κάνοντας σε λίγα λεπτά το ξύλο να λάμπει.
μετά το γυάλισμα, άφηνε τα πατώματα με μια μυρωδιά φρέσκου βερνικιού, θαύμα!

αυτή την παρκετέζα λοιπόν ξέθαψε ο Χρόνης κι αφού την κοίταξε καλά καλά, με ρώτησε:

"τη hoover τη θέλεις;"
"ναι!"
"καταλαβαίνω πως είσαι συναισθηματικά δεμένη με τα πράγματα της μαμάς σου, αλλά δε γίνεται να τα κρατήσουμε εφόσον δεν τα χρησιμοποιούμε! εδώ δεν χωράμε εμείς καλά καλά, πόσο μάλλον.."
"μα τη χρησιμοποιώ! πως δεν τη χρησιμοποιώ!"
"ναι, ε; και πότε τη χρησιμοποίησες τελευταία φορά;"
"προχτές!"

μας πιάσαν τα γέλια και σηκώνοντας τα χέρια, ένευσα: εντάξει, παρ' την.

βοήθησα μάλιστα να βγει απ' την αποθήκη αν και δεν το 'θελα καθόλου, όπως δεν ήθελα να δω τις σακούλες που ο άκαρδος γέμιζε με θησαυρούς!
μερικούς απ' αυτούς, πρόλαβα και τους φυγάδευσα στο πίσω μπαλκόνι κι άλλους στο μπάνιο καμουφλαρισμένους ως πράματα του jumbo.

έπειτα γύρισα κι ευσυνείδητα προσπάθησα να βοηθήσω αρχικά μεταφέροντας κι έπειτα τηλεφωνώντας σε γνωστούς για το ποδήλατο και τα παλιά παιχνίδια.

μ' αυτά και μ' αυτά, καθαρίστηκε η αποθήκη.
τώρα όλα είναι χρηστικά, συμμετρικά κι έμεινε μάλιστα χώρος για να μπαίνουν οι γάτες, ν' ανεβαίνουν στη σκάλα που είναι ακουμπισμένη στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο και να ρεμβάζουν -με τα μουστάκια τους να τρέμουν απ' την ευχαρίστηση- στο αεράκι που μπαίνει απ' τ' ανοιγμένο τζάμι.

και τελικά, ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο όφελος του "καθαρίσαμε την αποθήκη"

επιτέλους.

Επιστροφή στο σπίτι

το Ελενάκι μάς περίμενε στο δρόμο: άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, με τράβηξε απ' τη θέση του συνοδηγού και μ' έπνιξε στα φιλιά.
("μου έλειψες μαμά μου, μού έλειψες"
"σου έλειψα!! γιατί τότε δεν ήρθες να κάνεις διακοπές με τη δόλια μάνα; ε;; γιατί αφού σου έλειπα;"
"γκρίνιααα. ακόμα δεν ήρθες γκρίνιααα")

η Ακκα δεν με αναγνώρισε. εν καιρώ φυσικά θυμήθηκε ποια ακριβώς είμαι, αλλά τις πρώτες ώρες, με κοίταζε μ' αυτό το απλανές βλέμμα, της ηλίθιας γάτας.

η Νέλλυ -aka σκύλος- όχι μόνο με αναγνώρισε, αλλά με εκδικήθηκε δεόντως
("τρεις μήνες έλειπες; πάρε να 'χεις άκαρδη!")
και οσάκις περνούσα μπροστά της, μια άπλωνε το χέρι και με γρατζουνούσε, μια με δάγκωνε μ' αυτό το -συγκινητικά- φαφούτικο στόμα, μια νιαούριζε "εδώ είμαι" επίμονα.

το Ραφάκι πήγε -πρώτη μέρα- σχολείο
("μαμάαα, του χρόνου γυμνάσιο, ε; ανυπομονώ!!"
"θα περάσει ο χρόνος προτού καλά καλά το καταλάβεις.. και να δεις τι ωραία που θα περνάς στο γυμνάσιο: ενδιαφέροντα μαθήματα, καθηγητές, καθηγήτριες, καμμία σχέση με το δημοτικό"
"εγώ πάντως ανυπομονώ, γιατί τότε θα με αφήνεις να πηγαίνω σινεμά με τις φίλες μου")

το σπίτι μού φάνηκε παράξενα όμορφο.
μού έφτιαξα καινούρια γωνιά για διάβασμα,
καινούρια γωνιά στον Χρόνη -για το δικό του διάβασμα,
κυνήγησα  την Ελένη με σκοπό να τη βάλω να τακτοποιήσει επιτέλους τη ντουλάπα της -σιγά μη τα κατάφερνα,

έπλυνα ατέλειωτα πλυντήρια,
τακτοποίησα,
πότισα,
άπλωσα,
ξάπλωσα και άκουσα τους ήχους της πόλης
-της πόλης μου
κι ένιωσα πως το καλοκαίρι είχε πλέον τελειώσει.

γύρισα κι είναι τόσοι οι μήνες που έλειψα, που η μνήμη μου έχει βραχυκυκλώσει: στέκομαι σαν χαζή μπροστά στην καφετιέρα και προσπαθώ να θυμηθώ πως ακριβώς λειτουργεί ή κοιτάζω τα κοντρόλ και δεν θυμάμαι ποιο αντιστοιχεί σε τι.

όμως προχτές, όπως καθόμουν στον υπολογιστή και δίπλα μου ακουγόταν το γουργουρητό της ξαπλωμένης Νέλλυς -aka σκύλος- που επιτέλους μ' είχε ξανά δίπλα της και σ' αυτό το γουργουρητό ακουγόταν σχεδόν η ασφάλεια, η βαθειά χαρά, η ηρεμία της, τότε συνειδητοποίησα πως κάπως έτσι θα πρέπει να αισθάνθηκα κι εγώ μόλις βγήκαμε απ' το πλοίο και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για την επιστροφή.

κι όσο για τον καφέ, δεν ανησυχώ διόλου:
γρήγορα θα θυμηθώ πως λειτουργεί η καφετιέρα,
ο καφές θα πέφτει όπως πρέπει στο άδειο μου φλυτζάνι
κι αυτή θα είναι μια τέλεια, μελλοντική στιγμή.

μέχρι τότε,
καλό μας φθινόπωρο
και καλό μου, υπέροχο, απόλυτα ερωτεύσιμο, καινούριο μου tattoo!

Αφρίζω - Αφρίζεις;

μεταξύ του κρόνεμπεργκ και της ανοησίας, τι επιλέγετε; τον κρόνεμπεργκ ασφαλώς..
γκρίνιαζα για δυο ώρες με το eastern promises, μέχρι που είδα την ανοησία: τη ντέμι μουρ στους joneses.

δεν είναι ότι η ντέμι μου θυμίζει απελπιστικά την ελενίτσα από το ρετιρέ.
αυτό θα μπορούσα να το παραβλέψω.
δεν είναι ότι μου είναι τόσο αντιπαθής όσο τα κουφώματα αλουμινίου.
κι αυτό θα μπορούσα να το παραβλέψω.
δύσκολο αλλά όχι αδύνατο.

είναι ο αφόρητος συνδυασμός της ελενίτσας και των κουφωμάτων που με χτυπάει κατακέφαλα, έτσι, που με κάνει σχεδόν να αφρίζω.

παρόμοια άφρισα και με το dune - κι άφριζα για μια βδομάδα ολόκληρη μέχρι να το τελειώσω
έπειτα άρχισα τον Θόλο, τον Δεινόσαυρο -νύσταξα λίγο
κι ο Εκο στα μισά της Πράγας του, έγινε ακατανόητος.

αναρωτιέμαι όμως κατά βάθος, αν τελικά, όλα είναι θέμα εποχής.
αναρωτιέμαι αν θα 'μουν και σήμερα γοητευμένη με το week end και τον γκοντάρ
αν θα 'βλεπα ξανά Μπέργκμαν μέχρι τελικής πτώσης, αν θα ερωτευόμουν γι' άλλη μια φορά, τον αφρό των ημερών
αν θα διάβαζα ξανά και ξανά Χένρυ Τζαίημς κι αν η κάθε ανάγνωση έφερνε κι άλλες κρυφές πτυχές στο φώς

και καταλήγω πως ίσως ναι, ίσως όχι.

όπως και να 'χει πάντως, τα κουφώματα αλουμινίου, θα τα μισούσα πάντα.
αυτό είναι το μόνο σίγουρο..






υγ
 το σύμβολο του απείρου, είναι το tattoo που αποφάσισα να κάνω.
στον αριστερό μου καρπό, στη δεξιά μεριά του καρπού.
το άπειρο.
πάντα.
τι καλύτερο από δαύτο;

Ακόμα στην Αίγινα

αυτές τις μέρες που τελειώνει ο Αύγουστος και το νησί παίρνει άλλη μορφή,
εμείς, ακόμα στην Αίγινα.

τώρα πια νυχτώνει νωρίς
ο αέρας ψυχραίνει τ' απογεύματα
το Ραφάκι φοράει μακώ με μανίκια κι αποχαιρετά τις φίλες που φεύγουν
τα πρωινά τζιτζίκια σωπαίνουν, όμως οι κουκουβάγιες και ο γκιώνης ακούγονται ακόμα τα βράδυα
κι η γειτονιά ερημώνει.

"μαμάααα" φώναξε σήμερα το πρωί καταχαρούμενη "σε τρεις μήνες έχουμε Χριστούγεννα!"
"σε τέσσερις"
"γιατίιι;"
"γιατί μέχρι τον Δεκέμβριο είναι τέσσερις μήνες, όχι τρεις!"
"αααα.."
"άντε τώρα ν' ανοίξεις στον Σεπτέμβρη που μας χτυπάει την πόρτα, τρέξε!"

κι όπως τρέχει η Ραφαηλία, έτσι τρέχουν κι οι μέρες του καλοκαιριού.
...............................................................

εδώ λοιπόν στην Αίγινα, είναι φορές που μπερδεύω τα ονόματα και το Ραφάκι το λέω "Ελένη"
φορές που χάνομαι στο χρόνο και για λίγο νομίζω πως είμαι παιδί ξανά
φορές που ξεχνώ τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά

κι ύστερα, αυτή η αίσθηση του ονείρου φεύγει
το παιδί που ήμουν, αποκοιμιέται ξανά
η Ελένη τηλεφωνεί  "μαμά σ' αγαπάω, μου λείπετε"
ο Χρόνης χαμογελάει "θα τα πούμε την Παρασκευή"
και είναι η αίσθηση της πραγματικότητας, ενός ονείρου άλλου
 ..............................................................

από αύριο
φθινόπωρο πια

κι εμείς, ας είμαστε ακόμα στην Αίγινα

Η ζωή τον Αύγουστο

η ζωή στην εξοχή είναι απλή.

με ήλιο και κολύμπι

("μαμά;"
"ορίστε"
"την ώρα που ήσουν γυρισμένη στην ψάθα, αυτός ο κύριος κοίταζε τον πωπό σου!"
"ε, δεν πειράζει"
"μα κοίταζε πολύ επίμονα! συνέχεια! συ-νέ-χεια!"
"βρε, μη τον κοιτάς κι εσύ κι είναι κάνας σαλεμένος και βρούμε το μπελά μας!")

με μελλοντικές προσδοκίες

("Δήμητρα, η μαμά μου είπε, πως όταν πάμε δεκαπέντε χρονών, θα σε καλέσει να έρθεις κι εσύ μαζί μας διακοπές"
"όταν γίνω δεκαπέντε;"
"ναι, γιατί τώρα είμαστε μικρές και δεν μπορεί -λέει- να τρέχει πίσω από δυο παιδιά όλη μέρα"
"μμμ. αυτό θα το σκεφτώ σοβαρά! πολύ σοβαρά! θα ρωτήσω και τη μαμά μου.."
"θα τη ρωτήσεις;"
"βέβαια. όπως κι η αδερφή μου. μέχρι να πάει δεκαεφτά, ρωτούσε. μετά, άρχισε το ξεφάντωμα!"
"η δική μου αδερφή είναι εικοσιένα και ξεφαντώνει συνέχεια!"

με δώρα κι αφιερώσεις

("Χρόνηηη. έλα να δεις! σήμερα που γιορτάζω το Σοφάκι με θυμήθηκε και μου αφιέρωσε στο fb τραγούδι!!"
"ποιο τραγούδι;"
"την Αντέλμα! σούρουπο φτάνω στην Αντέλμα, την πόλη των νεκρών")

με ξαφνικά τηλεφωνήματα

("μαμά μου, χρόνια πολλάαα!"
"βρε αγάπη μου, μαύρα μεσάνυχτα είναι!"
"ήθελα να σου ευχηθώ πρώτη!")

με Χρόνη τα Παρασκευοσαββατοκύριακα

("έφερα χαρτομάντηλα, μωρομάντηλα, κινητό με χρόνο, στικάκι, Mario Party για το Nintendo, κάλτσες, βιολογικά κρεμμύδια, πετσέτες, το βιβλίο σου, χρόνο για το internet, μπλε μανό της Ραφαηλίας.."
"κουάκερ έφερες;"
"ωχχ το ξέχασα!"
"ε τότε, τι έφερες;;")

με αέρα τις τελευταίες μέρες, με πότισμα, με διάβασμα, με μουσική, με λίγο μαγείρεμα, με ποπ κορν που σκάει με κρότο τα βράδυα στην κατσαρόλα, με Django, με Eco που θα φέρει το Σοφάκι τη Δευτέρα, με μετρήσεις που έχω μάθει το Ραφάκι να μου διαβάζει (μαμά, 110 πολύ καλό!), με τηλεφωνήματα, με sms απ' την Ελένη, με χαμόγελο που γίνεται γέλιο, με λίγες φωνές που και που, κυρίως όμως με μπόλικη ευγνωμοσύνη:

για τα παιδιά, για μας, για τον αέρα, για το πότισμα, για το διάβασμα, για το μαγείρεμα, για το ποπ κορν, για τα sms, για τα πολύωρα τηλεφωνήματα, για τα χαμόγελα, για τις φωνές, για την Αντέλμα, για το γέλιο,

γιατί έχω πλέον καταλάβει πως το "αρκετά"
πολλές φορές σημαίνει
"πολύ"

για τον Σεπτέμβρη που έρχεται
-και τέλος- πάντα, για τον Django..

Ραφάκι στα έντεκα: Χρόνια Πολλά!

πριν από έντεκα -κιόλας- χρόνια:
μπήκε στη ζωή μας και μας έβαλε γι' άλλη μια φορά, στη γραμμή εκκίνησης -εκεί που δεν το περιμέναμε, γονείς ξανά..

πριν από έντεκα -κιόλας- χρόνια,
όρμησε στην καθημερινότητα μας
και μας τη φώτισε - έτσι, που μόνο ένα παιδί μπορεί να τη φωτίσει.

επίμονη
αστεία
συμπονετική
ισχυρογνώμων
άταχτη
τρυφερή
εφευρετική
ακατάστατη
χαμογελαστή

πάντοτε όμως, πάντοτε, ευλογημένη..

αυτή την Ευλογία να κρατήσει στη ζωή της, εύχομαι
και στου Θεού το δρόμο να πορεύεται

χρόνια Πολλά, χρόνια Καλά να έρθουν
κι όλου του κόσμου οι ευχές, να τη σκεπάζουν: Ραφάκι μου γλυκό

να είναι πάντα γελαστή και θαρραλέα
ακόμα κι όταν πέφτει, εύκολα να σηκώνεται
να συμπονά
να συγχωρεί
να προσπερνά

να αγαπάει
να αγαπιέται
να αγαπήσει
ν' αγαπηθεί

να έχει κατανόηση
και στο χαμόγελο της να φέγγουν χίλια χρώματα
-όπως τώρα ακριβώς

στο μωρό μας,
στο παιδί μας ολόκαρδα

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Μουρ μουρ η μουρμούρα


έφυγε ο Μιχάλης Κακογιάννης και "μας περιμένει στο αιώνιο θέατρο" είπε εμφανώς συγκινημένη η Ειρήνη Παππά.
"να είμαι υποχρεωμένη στην αιωνιότητα να βλέπω Κακογιάννη.." μονολόγησα εμφανώς θορυβημένη κι έπειτα με αποδοκίμασα "εσένα ειδικά, η κουλτούρα σου είναι μόνο για τους Sopranos και το μπαρμπέρικο του Tim Story. ούτε που θα καταδεχόταν να σ' έχει θεατή ο Μιχάλης Κακογιάννης!"
και πολύ καλά θα έκανε -ομολογώ εκ βαθέων.

αυτή τη βδομάδα, μουρμουράω.
μουρμουράω μόνη μου, μουρμουράω με ακροατήριο, στον ύπνο μου ή ξύπνια.
πολλές φορές γίνομαι ενοχλητική στους άλλους

-είπα "μαλάκα" τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη και η Ραφαηλία με κοίταζε πληγωμένη για ένα ολόκληρο λεπτό.
μετά ρώτησε με πίκρα "γιατί είπες "μαλάκα" τον Μπομπ; δεν σου αρέσει;"
την αγριοκοίταξα "μη λες κακές κουβέντες!"
"εσύ είπες πρώτη"
"εγώ μπορώ να λέω ό,τι θέλω!"
"επειδή έχεις ζάχαρο;"
"επειδή είμαι μεγάλη!"
"η Ελένη μπορεί να λέει ό,τι θέλει;"
"οπωσδήποτε όχι!"
"γιατί μου είπε "συγύριζα μια ώρα κι έκανες το δωμάτιο μπουρδέλο!"
"τι είπε;;"
"συγύριζα.."
"σιωπή! δεν έπρεπε να πει τέτοια κουβέντα! και μου αρέσει ο Μπομπ. απλά σήμερα έχω εκνευρισμό. δεν εννοούσα τίποτα"
"επειδή έχεις ζάχαρο;"
"ναι βρε, επειδή έχω ζάχαρο!"
"καλά τότε.."-

άλλες φορές, ούτε που με παίρνουν είδηση

"δεκαπέντε φαγητά τη μέρα! ούτε ταβέρνα να ήμασταν! άλλο εσύ, άλλο το Ραφάκι, άλλο εγώ. όλο το πρωινό στην κουζίνα! και μετά να πλένω και τα πιάτα. και τις κατσαρόλες. να μη τρώτε σε πιάτα. να πάρουμε μιας χρήσεως. να πάρουμε και ποτήρια μιας χρήσεως. και σεντόνια. και πετσέτες. τσακ - τσουκ! όχι όλη μέρα δουλειές! διακοπές σου λέει ο άλλος.."
"είπες τίποτα;"
"όχι!"

εξομολογούμαι τον καημό μου στον ανεμιστήρα

"κι αυτό το Ελενάκι πια.. λες και ζει στην Αμερική! εξαφανισμένο.. άντε να ρθει να τη δούμε και λιγάκι. σε λίγο θα ξεχάσουμε πως είναι το σκουλαρίκι στη μύτη της.."

μοιράζομαι με τη λάμπα, τα νεύρα μου για την κότα με τα δέκα κοτοπουλάκια που μας επισκέπτεται καθημερινά

η κότα αυτή καθαυτή δεν με ενοχλεί. ούτε τα κοτοπουλάκια -την υπόλοιπη μέρα τουλάχιστον.
όμως τα ρημαδιασμένα έρχονται στις έξι το πρωί, κάθε πρωί, και τσιρίζουν έξω ακριβώς από το παράθυρο μου. και τα δέκα!
την πρώτη φορά, είδα στον ύπνο μου τον Τweety σε κλουβί να κελαηδάει λυσσασμένα και πετάχτηκα ξαφνιασμένη.
τη δεύτερη, είχα σηκωθεί και τα περίμενα..

μουρμουράω στους άλλους, μουρμουράω μόνη μου, μουρμουράω στις καρακάξες στα πεύκα και στην πυγολαμπίδα στη βεράντα, στον Χρόνη και στο Ραφάκι, μουρμουράω στο τηλέφωνο, στον ύπνο και στον ξύπνιο μου

όμως, όταν τ' απογεύματα το Ραφάκι κατεβαίνει την κατηφόρα βολίδα, έτοιμο ν' απογειωθεί θαρρείς
όταν ακούω τον χαρακτηριστικό ήχο της βέσπας πριν ακόμα δω τον Χρόνη
όταν χτυπάει το τηλέφωνο με το ringtone που έχω βάλει για την Ελένη "τηλεφώνησε μου"
όταν περνώ δίπλα απ' τη λεμονιά και βλέπω τα πράσινα φύλλα της
όταν βλέπω τα κλειστά παράθυρα της φίλης μου, που σε λίγες μέρες θα ανοίξουν ξανά
όταν ένας τζίτζικας χάνει το δρόμο του και σκουντουφλάει στον ώμο μου
όταν πηγαίνει η ώρα δέκα και βλέπει το Ραφάκι τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη
-και μόλο που έχει σκοτεινιάσει από ώρα, ο ουρανός δεν είναι ποτέ ολόμαυρος-
τότε ξέρω, πως αυτές οι μέρες, θα είναι από κείνες που θα νοσταλγώ ολόψυχα τα Χριστούγεννα.

όπως ακριβώς ήταν κι οι περσυνές
όπως ακριβώς θα ήθελα να είναι όλα τα καλοκαίρια της ζωής μας..

Η απορία

ζέστη.
σηκώνω το μπουκάλι του νερού που έχει κατρακυλήσει στο πάτωμα κάτω από το κρεββάτι της Ραφαηλίας,
μαζεύω τον φορτιστή του nintendo -ο μισός στο τραπεζάκι ο άλλος μισός κάτω από το τραπεζάκι-
τις σαγιονάρες -μια εδώ και η άλλη στον Αρη-
το βιβλίο της,
τακτοποιώ τα μαξιλάρια και τα σκεπάσματα
και ταυτόχρονα μουρμουράω για το χάος που έχει το ταλέντο να δημιουργεί σε δέκα μόλις λεπτά.

μετά, αποκαρδιωμένη, πέφτω στο κρεββάτι της και κάνω ότι λιποθυμώ.

εκείνη έρχεται τρέχοντας, πηδάει στο κρεββάτι, σκύβει πάνω μου, μου διώχνει τα μαλλιά από το μέτωπο και ρωτάει μ' ενδιαφέρον :

"τα 'φτυσες;"
.....................

Διακοπές (και ένα υστερόγραφο)

i'll have a Blue Christmas without you
i'll be so blue just thinking about you
στα μέσα Ιουλίου.
τα πεύκα δίπλα μας έφευγαν κι έδιναν τη θέση τους σ' άλλα πεύκα, τα παράθυρα του αυτοκινήτου ανοιχτά να μπαίνει μέσα ο αέρας ο ζεστός, το Ραφάκι με μπλε γυαλιά στο πίσω κάθισμα, ο Χρόνης δίπλα να χτυπάει τα δάχτυλα στο ρυθμό του τραγουδιού -νοσταλγία ίσως για κάτι που θα 'ρθει-

διακοπές.

διακοπές σημαίνει το Ραφάκι να βάζει τον Χρόνη με το ζόρι να παίζουν μπάλα μέσα στη θάλασσα
διακοπές σημαίνει ζεστό πράσινο τσάι σε μεγάλα, άσπρα πορσελάνινα φλυτζάνια
διακοπές σημαίνει ν' ακούς τα μεσημέρια τα κουκουνάρια να τρίζουν κρακ-κρακ καθώς ανοίγουν απ' τη ζέστη
διακοπές σημαίνει να γράφεις και να 'ναι στο μισό μέτρο ο ανεμιστήρας και στα πέντε τα τζιτζίκια
διακοπές σημαίνει να νοσταλγείς αυτά που ήδη ζεις.

"μαμάαα!!"
σήκωσα το κεφάλι, πάτησα το pause και άφησα τον Tony Soprano να περιμένει στο netbook. κοίταξα το Ραφάκι πάνω απ' τα γυαλιά μου
"τι συμβαίνει;"
"ο μπαμπάς με είπε "χάφιε!"
"πως σε είπε;"
"χάφιε!!"

διακοπές.

πέρσυ ήταν ο John Woo
φέτος είναι ο Spike Lee και οι Sopranos
και πέρσυ και φέτος είναι -σχεδόν- τα ίδια τραγούδια στο mp3
και πέρσυ και φέτος διακοπές.

αγόρασα το Dune και τον Θόλο.
τον Αύγουστο όμως θα διαβάσω ξανά Dickens -οι μεγάλες αγάπες δεν ξεπερνιούνται ποτέ
και θα εξηγήσω στο Ραφάκι τι σημαίνει "χάφιες".

η μισή μου καρδιά είναι εδώ κι η άλλη μισή στην Αθήνα: στο άλλο μου μωρό, το μεγάλο.
η Ελένη δουλεύει, βγαίνει τα βράδυα, με παίρνει τηλέφωνο βιαστικά "μαμά, σ' αγαπάω" ή "μου λείπετε" ή "τι κάνει το ζωάδι;"

το "ζωάδι" έχει βρει τρελλή παρέα στο διπλανό σπίτι κι εξαφανίζεται από τ' απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ.
την ακούμε που γελάει, την ακούμε που τρέχει παίζοντας κρυφτό, την ακούμε που τραγουδάει "κορίτσιαααα, να σας πωωω"
και γελάει και τρέχει και τραγουδάει κι η δική μας καρδιά μαζί της.

η Ελένη θα έρθει για μια βδομάδα, όταν πάρει την άδεια της.
τον Αύγουστο πια.
"και τ' είναι ο Αύγουστος; μια ανάσα δρόμος" μονολογώ για να παρηγοριέμαι καθώς πλένω τα πιάτα στην κουζίνα "προτού καλά καλά το καταλάβουμε, θα 'ναι εδώ!"

ακόμα όμως έχουμε Ιούλιο.
το αυτοκίνητο τρέχει με τα παράθυρα ανοιχτά ενώ ακούγεται το Blue Christmas
το Ραφάκι κάθεται στο πίσω κάθισμα με μπλέ γυαλιά κι ο Χρόνης οδηγεί χτυπώντας ρυθμικά  τα δάχτυλα στο τιμόνι
τα πεύκα φεύγουν γρήγορα και δίνουν τη σειρά τους σ' άλλα πεύκα κι αυτά σ' άλλα και σ' άλλα κι είναι μια στιγμή μετέωρη στον χρόνο, που ξέρω, πως μέσα στην καρδιά μου θα συνεχίζεται για πάντα.

διακοπές..

υγ
να θυμηθώ να δω ξανά, τη μέρα της μαρμότας.

Να φύγουμε!

να φύγουμε
να πάμε αλλού!
αύριο κιόλας!

(η επόμενη ανάρτηση από την Αίγινα.
να είστε όλοι καλά)

Σπίτι ξανά

σπίτι, σπίτι, γυρίσαμε!
δεκαπέντε μέρες έφυγαν γρήγορα, πετώντας.
δεκαπέντε μέρες με διάβασμα, με ταινίες, με σειρές, με κοντινές βόλτες, με λίγο ύπνο, με μπόλικο νερό απ' την παραπάνω πηγή, με θάλασσα, με άμμο στα μαλλιά και στα πόδια, με ζεστό καφέ για μένα, με απογευματινά παγωτά για το Ραφάκι, με απ' όλα και για τις δυο μας
δεκαπέντε μερούλες έφυγαν γρήγορα, θαρρείς πετώντας.

κάθε μέρα αμέτρητα τηλεφωνήματα στον Χρόνη και στην Ελένη.
τάισαν τις γάτες; η Πόπη τι κάνει; πότισαν τα φυτά; τους λείπουμε; τρώνε καλά; η Ελένη συνεχίζει την κατάλειψη στο δωμάτιο μου; η δουλειά πως πάει;

έπειτα, ακολουθούσαν οι παραγγελίες:
"Χρόνη, κατέβασε μου επειγόντως Nurse Jackie"
"Ελένη, μη ξεχάσεις να πάρεις τα γυαλιά μου απ' τα οπτικά"
"Χρόνη, μου παρήγγειλες το stepper;"
"Ελένη, το βιβλιάριο και στον γιατρό να μου γράψει φάρμακα"
"για πείτε μου κι οι δυο τη γνώμη σας: ν' αγοράσω καινούριο τηλέφωνο;;"

"ΟΧΙ!"
"καλά καλέ, μη φωνάζετε.."

ήταν όμορφες αυτές οι δεκαπέντε μέρες.
τ' απογεύματα κάναμε βόλτες στην παραλία.
κρατούσα το Ραφάκι απ' το χέρι και περπατούσαμε στη βρεγμένη άμμο, πότε μιλώντας για τα χρόνια που το μωρό μου ήταν όντως μωρό
-πες μου μαμά, όταν ήμουν μικρή το καροτσάκι δεν μου άρεσε καθόλου, ε;-
και πότε βρίσκοντας λύσεις σε υποθετικά σενάρια καταστροφής
-κι άμα μαμά, ξυπνήσουμε αύριο και βρέχει πάρα πολύ κι έχουν πλημμυρίσει οι δρόμοι κι η θάλασσα έχει βγει μέχρι έξω, τι θα κάνουμε;-

ήταν ξένοιαστες αυτές οι δεκαπέντε μέρες.
όλη μου η έννοια, το μεσημεριανό φαγητό του παιδιού και το fenistil για τα κουνούπια.
μετά την πίεση του χειμώνα, μετά τις εξετάσεις, μετά τον διαβήτη, την επέμβαση, το διπλό-τριπλό τσεκάρισμα της υγείας μου, μετά το άγχος, όλη μου η έννοια το τι θα φάει το Ραφάκι
-ξενοιασιά

"να φύγουμε! θα φύγουμε μωρό μου κι όλη μέρα θα κάθομαι σε μια πολυθρόνα, θα κοιτάζω τη θάλασσα κι αυτό θα μου φτάνει. μόνο αυτό: η θάλασσα κι εμείς, πολύ παραπάνω από αρκετά" έλεγα στο Ραφάκι τους τελευταίους δυο μήνες, καθημερινά σχεδόν
"και δεν θα μας λείψει τίποτα: ούτε τ' αυτοκίνητα, ούτε η φασαρία, ούτε αν θα προλάβουμε, ούτε η κάθε μέρα, τίποτα, ακούς; δεν θα μας λείψει τίποτα!"

όμως, μπαίνοντας το μεσημεράκι στο σπίτι, πριν καν προλάβω ν' ακουμπήσω τις τσάντες που κρατούσα κάτω, σε μια μόλις στιγμή κατάλαβα πόσο μου είχαν λείψει όλα: οι γάτες, η χελώνα, οι θόρυβοι του δρόμου, ο μισοσκότεινος μακρύς διάδρομος, οι σειρές των βιβλίων που απλώνονταν πάνω σε στενόμακρα ράφια κοντά στο ταβάνι, το μπλε μου δωμάτιο, το παράθυρο της κουζίνας, το planet πάνω στο πλυντήριο των ρούχων, οι σαγιονάρες της Ελένης που μ' έναν μαγικό τρόπο βρίσκονται κάθε μέρα παντού, εκτός απ' τη θέση τους,
όλα

και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, πριν προλάβει να τελειώσει αυτή η μικρούλα στιγμή, κατάλαβα, πως αυτό ακριβώς είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία: η επιστροφή
η βεβαιότητα, πως γυρνώντας θα βρίσκεις την πόρτα της καρδιάς, της ανάσας, των διακοπών ανοιχτή.
έτσι, ώστε όπου κι αν πας, πάντα αυτή να είναι που θα νοσταλγείς.

άφησα την τσάντα στο πάτωμα και προχώρησα μέσα.

επιτέλους σπίτι..

Δεκαπέντε μερούλες

"το καλοκαίριιιι
μαζί πηγαίναμε
στην αμμουδιάααα
χέρι με χέρι..

βρε Ραφάκι, το ξέρεις αυτό το τραγούδι;"
"όχι. καινούριο είναι;"
"ναι, αμέ! σαν και μένα: φρέσκο-φρέσκο!"

γελάει μ' αυτό το είδος του γέλιου, που ακούγεται σα να κυλάνε δροσερά ρυάκια μια ζεστή Αυγουστιάτικη μέρα

"και δε μου λες μωρό, ξέρεις ποιος θα πηγαίνει στην αμμουδιά χέρι με χέρι;"
"ξέρω! εγώ κι εσύ"
"εγώ και συ
εσύ κι εγώ
μόνοι σ' ένα νησίιιι"

"πότε φεύγουμε μαμά;"
"μεθαύριο!"

από μεθαύριο, δεκαπέντε μερούλες.
με θάλασσα, με ήλιο, με βόλτες, με το Ραφάκι να τρώει παγωτά στην αμμουδιά, με μένα να διαβάζω ξαπλωμένη δίπλα της, μ' αυτήν να μου τραγουδάει "χτύπα τα πόδια σου Κινέζα", με αντηλιακά, με ψάθες, με σαγιονάρες..

"Χρόνη, όσο λείπουμε, να προσέχετε!"
"τι να προσέχουμε;"
"γενικώς. να προσέχετε τις γάτες, την Πόπη, το σπίτι και να ποτίζετε"
"καλά, αυτά θα τ' αναλάβει η Ελένη"

από μεθαύριο, δεκαπέντε μερούλες.
με ύπνο όσο θέλουμε τα πρωινά, με μαγιώ, με ζεστούς καφέδες για μένα, με κρύο γάλα για το Ραφάκι, με καπέλα, με γυαλιά ηλίου, με βουτιές, με "κοίτα μαμά, μπορώ και χωρίς να κρατάω τη μύτη, μού 'δειξε ο μπαμπάς!"

"Ελένη, όσο λείπουμε, κοίτα να μη χορεύεις, ε;"
"γιατί να μη χορεύω;"
"για' θα βρεις μπελά!"
"εννοείς να μη χορεύω στα κλαμπάκια;"
"εννοώ να μη χορεύεις τύπου "λείπει η γάτα.."
"ααα"

από μεθαύριο, δεκαπέντε μερούλες.
θα λείψω στη Νέλλυ πολύ! τελευταία έχει μεταλλαχθεί σε σκύλο: βρίσκεται μονίμως πίσω μου και τα βράδυα κοιμάται κουλουριασμένη δίπλα στον ώμο μου, να με αγγίζει.

"τ' είν' αυτό με τη Νέλλυ;" ρωτάω τον Χρόνη "όπου πάω με ακολουθεί! να, εγώ βλέπω τηλεόραση, αυτή κοιμάται. μόλις σηκωθώ να φύγω απ' το δωμάτιο, ξυπνάει κι έρχεται πίσω μου!"
"ε και τι σε πειράζει;"
"λες να πεθάνω και το προϊδεάζεται;"
"όλο τέτοια ωραία λες εσύ.."
"ε, μα!"

από μεθαύριο, δεκαπέντε μερούλες.

το Ραφάκι ανυπομονεί.
εγώ, κοιτάζω τη μισή οικογένεια που θα μείνει πίσω και μου φαίνεται περίεργο: πότε πρόλαβαν και μεγάλωσαν;
κι η Ελένη μα κι ο Χρόνης..

μετά, γυρίζω και κοιτάζω το Ραφάκι που τραγουδάει αφηρημένα καθώς διαλέγει τα πράματα που θα πάρει μαζί της και τη ρωτάω:

"χαίρεσαι που φεύγουμε αγάπη μου;"
"ναι μαμά μου, πολύ!"
"και ξέρεις που θα πάμε μωρό μου;"
"ναι μαμά, πως δεν ξέρω..
στο Τορλό!"

από μεθαύριο, δεκαπέντε μερούλες..

φωτεινές, γελαστές, διάφανες, αρμυρές, τεμπέλικες, μουσικές, καλοκαιρινές, έρχονται κάνοντας τον ήχο δροσερών ρυακιών που κυλάνε μια ζεστή Αυγουστιάτικη μέρα.

από μεθαύριο, δεκαπέντε..

Θα μ' άφηνες;

μπαίνω φουριόζα στο γραφείο του Χρόνη, όπου ο πιο καλός ο μαθητής διαβάζει με θαυμαστή επιμέλεια.
ξεφυσάω και τον παρατηρώ.

"πάλι διάβασμα;"
"το Σάββατο τελειώνω, υπομονή"
"ουφ. έπηξα πια. έ-πη-ξα"
"ε, κάνε υπομονή, λίγες μέρες έμειναν"
"δε μου λες, ξέρεις πόσο σ' αγαπάω και νοιάζομαι για σένα;"
"μμμμ"
"μούγκα! σ' αγαπάω τόσο πολύ, που αν ήσουν άρρωστος θα σ' άφηνα να γνωρίσεις μια άλλη, να φύγει το μυαλό σου απ' την αρρώστια!"
"εσύ; θα μ' άφηνες;"
"βέβαια! γιατί νοιάζομαι για σένα!"
"σιγά μη μ' άφηνες!"
"άκου που σου λέω. θα έλεγα, ας βρει κάποια να ξεκολλήσει απ' τη σκληρή πραγματικότητα.."
"εσύ;"
"μη μου σπας τα νεύρα "εσύ, εσύ"! ναι, εγώ!!"
"καλάαα"
"γιατί, δε με πιστεύεις;"
"όχι βέβαια"
"αχ, δεν με εκτιμάς, μετά από τόσα χρόνια δεν έχεις μάθει καν ποια είμαι, δεν ξέρεις το μεγαλείο της ψυχής μου.. δε μου λες, εσύ θα μ' άφηνες;"
"να γνωρίσεις κάποιον άλλο; όχι βέβαια!"
"είδες; είδες τι εγωιστής που είσαι;! ενώ η Αννα Βαγενά, παρακαλούσε για τον Λουκιανό όταν αυτός περνούσε σοβαρότατη αρρώστια "ας βρει μια κοπέλα να του φύγει το μυαλό απ' αυτά"
"ναι, μα ο Λουκιανός -όπως είπες- περνούσε σοβαρότατη αρρώστια"
"ε, κι εγώ τι περνάω;"
"σοβαρή αρρώστια περνάς;"
"βεβαίως"
"και ποια είν' αυτή και δεν την ξέρω;"
"ο διαβήτης!!"
"βρε άντε από κει άσε με να διαβάσω!"
"καλάααα"
"άντε!"
"καλάααα"
..............................................................

ο Χρόνης γύρισε στο διάβασμα
κι εγώ στο Lie to me.
το Ραφάκι μέσα έπαιζε
η Ελένη έλειπε στη δουλειά
οι γάτες κοιμόντουσαν
-το δικό τους πάρτυ, νύχτα αρχίζει πάντα

και καθώς έβλεπα το Lie, χαμογελούσα.

μερικές φορές, το να πειράζω τον Χρόνη, αξίζει όσο μια καλή βόλτα, όσο μια εκδρομή.

μερικές φορές, αξίζει παραπάνω..

The Beatles

"Here comes the sun, here comes the sun,
and I say it's all right.."

τραγουδάει το Ραφάκι κι ακούγεται σ' όλο το σπίτι.

"μαμάα; σ' αρέσουν οι Beatles;" φωνάζει μετά από λίγο
"πολύ!" της απαντώ σκυμμένη, συνεχίζοντας να βάζω τα πιάτα στο πλυντήριο

"ζουν ακόμα;"
"φυσικά! όχι όλοι όμως. τον Lennon για παράδειγμα, τον δολοφόνησε ένας θαυμαστής του"
"τον σκότωσε;" η φωνή της ανεβαίνει μια κλίμακα παραπάνω
"ναι μωρό μου"

"ε, δεν θα ήταν και μεγάλος θαυμαστής του τότε.."

Οι Εραστές

"μαμάαα, να βάλω αύριο κοντομάνικο στο σχολείο;"
"θα δούμε.."
"τι θα δούμε;"
"αν κάνει ζέστη.."
"ζέστη θα κάνει σίγουρα!"
"ρώτα τον μπαμπά.."
"καλά, εσύ τι λες;"

για να την αποφύγω τραγουδάω:
"εσύ τι λες, θα γίνουμε επιτέλους εραστές;"

το Ραφάκι γελάει.

"τι γελάς καλέ; ξέρεις τι σημαίνει "εραστές";
"και βέβαια ξέρω!"
"για πες!"
"έχω δύο γνώμες"
"να τις ακούσουμε!"
"εραστές είναι αυτοί που δεν τους αρέσουν οι κάτοικοι μιας άλλης χώρας"
"αυτοί βρε είναι οι ρατσιστές! καμμία σχέση"
"καλά, τότε σίγουρα, είναι αυτοί που δεν τους αρέσει ο Δήμαρχος!!"

και τονίζει με έμφαση τη λέξη "Δήμαρχος".
πράμα, που θα 'πρεπε να με έχει ήδη προβληματίσει, γιατί εδώ και πολλά χρόνια, ο Δήμαρχος, παίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις άγνωστες λέξεις της Ραφαηλίας.

γελώντας της εξηγώ τι είναι οι εραστές -μια πιο ρομαντική εκδοχή της έννοιας- και αφήνω το θέμα του Δημάρχου ανοικτό.
δεν θα μπορούσα άλλωστε να στερηθώ την επόμενη παρουσία του στο ερμηνευτικό-ετυμολογικό λεξικό της Ραφαηλίας.

ούτως ή άλλως, αυτή ακριβώς είναι και η μόνη -δημαρχιακή- χρησιμότητα του..

Ελένη

..που σήμερα έχεις τα γενέθλια σου
που εικοσιένα χρόνια πριν, φώτισες τη ζωή μας μ' έναν τρόπο που ποτέ δεν περιμέναμε
που άνοιξες την πόρτα της καρδιάς μας κι αυτή δεν έκλεισε ποτέ

Ελένη, που τσακωνόμαστε
που αγαπιόμαστε
που ονειρευόμαστε παρέα

που τραγουδάμε μαζί
που με παρηγορείς όταν κλαίω
που γελάς όταν γελάω
που μ' αγκαλιάζεις όταν γυρνάς απ' τη δουλειά

Ελένη.

Χρόνια Πολλά αγαπημένο μας,
Χρόνια Ευλογημένα να έρθουν στη ζωή σου,
Χρόνια γεμάτα φως και μουσική
Χρόνια φτιαγμένα απ' τις ευχές μας

Χρόνια Καλά
Χρόνια Ευτυχισμένα,

με την αγάπη μας να σε σκεπάζει
να σε φυλάει
να σε προστατεύει
-ακόμα κι όταν εμείς,
θα 'χουμε φύγει πια..

Χρόνια σου Πολλά

Τα χαμένα κλειδιά (και μια επέτειος)

άστραψα και βρόντηξα το πρωί, όταν έμαθα πως το Ραφάκι "κάπου άφησε" τα κλειδιά του σπιτιού!
άστραψα και βρόντηξα τόσο, που ξύπνησα την Ελένη η οποία κοιμόταν τον ύπνο, όχι του δικαίου, αλλά του ξενύχτη.

το Ραφάκι έψαχνε ξυπόλητο στο γραφείο της μήπως και τα βρει,
η Ελένη διαμαρτυρόταν "βρε μαμά, τι έπαθες πρωί πρωί και φωνάζεις;"
η κουμπάρα -η οποία θα πήγαινε το παιδί στο σχολείο μιας κι εγώ θα έφευγα-  μουρμούριζε διάφορες ασυναρτησίες του τύπου "Ραφαηλία, εσύ τα είχες, δε θυμάσαι που τα έβαλες;"
κι εγώ έτοιμη να φύγω, φώναζα σαν λοχίας πότε στο Ραφάκι "αν δεν τα βρεις τα ρημαδιασμένα τα κλειδιά, κάηκες!!"
πότε στην κουμπάρα "δε σταματάς να λες βλακείες λέω 'γω;"
και πότε στην Ελένη "ό,τι θέλω θα κάνω, σπίτι μου είμαι και θα φωνάζω όποτε μου κάνει κέφι!"

το Ελενάκι αγουροξυπνημένο, με τα μαλλιά να πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, με απείλησε ότι θα φύγει από το σπίτι
εγώ την κατευόδωσα "στο καλό και να μας γράφεις!"
η Ραφαηλία μάς χάζευε και της ξαναφώναξα "εσύ ανεύθυνη, ψάχνε!"
κι η κουμπάρα συνέχιζε τις ασυναρτησίες "Μαριλένα, τα κλειδιά τα έδωσες στο παιδί προχτές, δε θυμάσαι;"

αφού άστραψα και βρόντηξα με την ψυχή μου, πήρα στα γρήγορα το mp3, τσέκαρα την τσάντα μου, φόρεσα ένα λεπτό μπουφάν κι έφυγα βιαστικά: είχα ήδη αργήσει.
λίγο μετά, πήγε και το Ραφάκι στο σχολείο.

σπίτι έμεινε η Ελένη, η οποία συνέχισε ανενόχλητη τον ύπνο του ξενύχτη παρέα με την Ακκα: δυο αδερφές ψυχές, οι οποίες αντί να κοιμούνται τα βράδυα, διασκεδάζουν, η κάθε μια με τον τρόπο της.
η Ελένη κυνηγάει μυγάκια και ρίχνει κάτω ό,τι δεν είναι κολλημένο σε τραπέζια, βιβλιοθήκες και κάθε είδους επιφάνεια και η Ακκα, άλλοτε πάει για χορό ή σινεμά, για ν' ακούσει μουσική live ή απλά βλέπει supernatural στο σπίτι.

όταν γύρισα λίγες ώρες μετά, κρατώντας μετανιωμένη μια τυρόπιτα, δώρο συμφιλίωσης με την Ελένη, πάνω στο ψυγείο, κολλημένο με μαγνητάκι, με περίμενε το σημείωμα της Ραφαηλίας.
(κλικ επάνω του, ν' ανοίξει η εικόνα)

να λοιπόν, που μερικές φορές, το να χάνει κάποιος τα κλειδιά του, δεν είναι διόλου ενοχλητικό.
ίσα - ίσα: είναι κάτι, που σε κάνει να χαμογελάς όλη την υπόλοιπη μέρα.

κι ίσως ίσως αυτό το χαμόγελο που μοιράστηκα με τον Χρόνη καθώς διαβάζαμε το Ραφαηλένιο σημείωμα, να είναι το ομορφότερο δώρο μας, για τα εικοσιτέσσερα χρόνια γάμου, που κλείνουμε μόλις σήμερα..

Ο Alban(o)

αυτές τις μέρες περιμένω μια άνοιξη, που δεν έρχεται μονίμως.
ψύχρα, συννεφιά κι ένας ήλιος, που όταν αποφασίζει να βγει, είναι πιο πολύ χειμωνιάτικος παρά καλοκαιρινός.
τα πρωινά βάζω την καρέκλα μου στο πιο φωτεινό δωμάτιο του σπιτιού, παίρνω το βιβλίο, τον καφέ και τα γυαλιά μου και διαβάζω ώρες.
συνήθως έρχεται και κάθεται δίπλα μου είτε η Νέλλυ είτε η Ακκα.

ξέρω πως ο καιρός είναι πρόσχημα για την τεμπελιά μου, αλλά είναι τόσο ωραίο και βολικό πρόσχημα, που το χρησιμοποιώ ανερυθρίαστα.

βιβλία, ταινίες και σειρές.
τι άλλο θέλει ένας άνθρωπος για να περνάει καλά;
το soundrack της κάθε μέρας ίσως;

αποφασισμένη να μάθω κάτι παραπάνω γι' αυτό το soundrack στα κορίτσια, ξεκίνησα με την Ελένη, η οποία άκουγε το felicita.
όχι το παλιό, το γνωστό με τον Al Bano και τη Romina Power, αλλά ένα καινούριο, στο οποίο ούτε καν θυμάμαι ποιος το τραγουδάει.

την έβαλα λοιπόν και κάθησε στο γραφείο της, άνοιξε τον υπολογιστή κι έγραψε στο ytube, τ' όνομα του Al Bano.

το βιντεάκι κατέβηκε, η μουσική άρχισε και καθώς ο Al Bano ξεκίνησε να τραγουδάει, η εικόνα του σ' έστελνε απευθείας στα παλιά.
εγώ, είχα πολύ συγκινηθεί καθώς θυμόμουν τις ταινίες που έβλεπα κοριτσάκι στα θερινά μ' αυτόν και τη Romina,
η Ελένη το χάζευε αδιάφορα, του τύπου  "ε, καλό είναι" κι απέχοντας ένα μόλις βήμα από το  "με δουλεύεις βρε μάνα;"
όταν μέσα στο δωμάτιο μπήκε το Ραφάκι.

καταχαρούμενο και περίεργο, όπως πάντα.

πλησιάζει, βλέπει το κλιπάκι και ρωτάει:
"τι βλέπετε;"
"ένα τραγούδι μωρό μου, ένα τραγούδι απ' τα παλιά. σ' αρέσει;"
"ωραίο είναι! αυτός ο τραγουδιστής ποιος είναι;"
"ο Al Bano"
"Albano; Αλβανός είναι;"

κι εκεί, την ώρα που η Ελένη έσκαγε στα γέλια και η Ραφαηλία πειραγμένη ανταπέδιδε, εκεί που η νοσταλγία του χτες συγκρουόταν με την πεζότητα του σήμερα, εκεί ακριβώς τελείωσε και η προσπάθεια ενημέρωσης, στα ρομαντικά τραγούδια της δικής μου εποχής.

και όχι, Ραφάκι μου, ο Al Bano δεν είναι Αλβανός
όπως και η άνοιξη που ζούμε δεν είναι ακριβώς άνοιξη,

αλλά εμένα, μου αρέσει αυτός ο  ψυχρός καιρός..
παίρνω την καρέκλα, το βιβλίο και τα γυαλιά μου
και με το πρόσχημα της συννεφιάς,
διαβάζω ώρες, στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού.

και όπως λένε κι οι Ιταλοί:
senti nell'ario c'e gia
la nostra canzone d'amore che va
come un pensiero che sa
di felicita..

Στο σπίτι

ένας Ιταλός, πολύ φτωχός άνθρωπος, πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία και μπροστά στο άγαλμα κάποιου συγκεκριμένου αγίου παρακαλούσε: "άγιε μου, κάνε να κερδίσω το λαχείο! σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ! κάνε με να κερδίσω το λαχείο!"
μετά από πολύ καιρό, κάποια στιγμή το άγαλμα ζωντάνεψε και είπε στον άνθρωπο: "παιδί μου, αγόρασε κι εσύ ένα λαχείο!"

(γύρισα σπίτι. είμαι καλά και επωφελούμαι της επέμβασης μου για να τη βγάζω στο κρεββάτι, να βλέπω ταινίες και σειρές, να μη παίρνω κανενός το μέρος στους τσακωμούς, να μην κάνω δουλειές, να τεμπελιάζω, ν' ακούω μουσική, να κοιμάμαι, να χαζεύω.
εγώ, το λαχείο μου το αγόρασα)

Αύριο στο Νοσοκομείο

αύριο μπαίνω στο νοσοκομείο.
αύριο μπαίνω στο νοσοκομείο, για να βγάλω τη χολή μου, η οποία έχει μια πέτρα ΝΑ!

κανονικά ήταν να εισαχθώ τη Δευτέρα, αλλά μόλις λίγες ώρες πριν, τηλεφώνησε ο γιατρός
"αύριο το πρωί, στις επτά, να είστε εδώ!"
κι έτσι αφού κεραυνοβολήθηκα επί τετάρτου, μετά, το απώθησα κανονικότατα και παριστάνοντας ότι δεν είμαι εγώ, άρχισα να ετοιμάζω τα αναγκαία για τη βραδιά που θα μείνω μέσα.

έκανα σχέδια και προγράμματα, με ποιον θα μείνει το Ραφάκι, τι θα ετοιμάσω να φάνε, ποιος θα με πάει το πρωί, ποιος θα κάνει τη μεσημεριανή βάρδια και ποιος θα μείνει το βράδυ να μου κάνει παρέα και να μου κρατά το χέρι.

και όπως γίνεται συνήθως, όλα μου τα σχέδια απέτυχαν..

μιας και δεν ήταν προγραμματισμένη η αυριανή μέρα εισαγωγής, ο Χρόνης ήταν αδύνατον να λείψει απ' τη δουλειά, χωρίς να το έχει κανονίσει από πριν.
φυσικά υπήρχε η εναλλακτική του αδερφού μου, οπότε είχαμε την πολυτέλεια της επιλογής.

η Ελένη εργαζόταν πρωί και απόγευμα, οπότε δεν γινόταν να μείνει μεσημέρι με το Ραφάκι.
αλλά δε γινόταν επίσης να μείνει μαζί μου στο νοσοκομείο το βράδυ για να μου κάνει παρέα και να μου  κρατά το χέρι.
"αχ μαμά, έχω κλείσει δύο τραπέζια στον Sakis αύριο" παραπονέθηκε "να τα ματαιώσω;"
οπωσδήποτε δεν θα τα ματαίωνε.
τουλάχιστον όχι από δική μου προτροπή..
φυσικά υπήρχε η εναλλακτική του Χρόνη, οπότε είχαμε την πολυτέλεια της επιλογής.

έτσι, ο αδερφός μου θα με πάει αύριο στο νοσοκομείο,
η κουμπάρα θα κάνει τη μεσημεριανή βάρδια,
ο Χρόνης τη βραδυνή,
η Ελένη θα χτυπήσει κάρτα στον Ρουβά,
το δε Ραφάκι θα βολευτεί με όποιον απ' την οικογένεια βρίσκεται σπίτι μαζί της.

άψογα!

"και τι θα κάνω όλο το βράδυ στο νοσοκομείο;" ρώτησα τον Χρόνη
ο Χρόνης ρέμβαζε στο  κενό
"θα βαρεθώ! θα πήξω!"
ο Χρόνης κοιτούσε τα μόρια της σκόνης που αιωρούνταν στο φως του ήλιου
"καλέ τι θα κάνω; δεν ακούς; να διαβάσω δε βλέπω. πως θα περάσει η ώρα;"
ο Χρόνης παρατηρούσε συνεπαρμένος τ' αυτιά της Ακκας
"το βρήκα! θα μου διαβάζεις εσύ! δυνατά και καθαρά, να καταλαβαίνω, όχι μουρ-μουρ-μουρ"
ο Χρόνης επιτέλους βγήκε απ' τη μακαριότητα του
"τι λες;!" αναπήδησε "κι οι άλλοι στο θάλαμο;"
"δυνατά και καθαρά! και μην ανησυχείς: θα σου διαλέξω κάτι σέξυ ν' ακούν κι οι άλλοι!"

μ' αυτά και μ' αυτά πέρασε το απόγευμα.
οχτώ ώρες έμειναν σχεδόν μέχρι το "να είστε εδώ αύριο στις εφτά" και όλα, δόξα τω Θεώ, πηγαίνουν μια χαρά.
έτσι θα πάνε κι αύριο και σύντομα θα είμαι εδώ να σας τα γράψω όλα.

προς το παρόν λοιπόν,
καλό μας βράδυ
και εις το επανιδείν..

Γιορτάζει το Ραφάκι!

γιορτάζει το μωρό μας!

Χρόνια Πολλά κι Ευλογημένα
Χρόνια Πολλά, Χαρούμενα
να έρθουν στη ζωή της

γιορτάζει το μωρό μας!

Ομορφα Χρόνια εύχομαι
Χρωματιστά κι Αγαπημένα
Χρόνια γεμάτα Μουσική
κι αγάπη

γιορτάζει το μωρό μας!

Χρόνια Καλά
Χρόνια Πολλά

παιδί μου..

Χριστός Ανέστη!

Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά!

Ανάσταση χτες και φυσούσε ένας παγωμένος αέρας λες και δεν ήταν Απρίλιος, δεν ήταν Ανοιξη αλλά Μάρτιος στα πρώτα του κρύα.

"βάλε μου την κουκούλα μαμά" είπε το Ραφάκι αλλά η βιαστική μαμά

-"Παπατρέχα" μ' έλεγε η δική μου μάνα "μέχρι και να γεννηθείς βιάστηκες, ένα μήνα νωρίτερα μας ήρθες!"-

είχε ήδη κρύψει τα βαριά μπουφάν και κρύωνε το Ραφάκι, αλλά κουκούλα δεν υπήρχε.

έσβυναν τα κεριά και οι λαμπάδες απ' τον αέρα, όμως όταν άρχισε να ψάλλεται το "Χριστός Ανέστη" κι αφού φιληθήκαμε κι αφού ευχηθήκαμε, άρχισαν να πέφτουν, πίσω ακριβώς απ' το καμπαναριό της εκκλησίας, πυροτεχνήματα

κι ήταν τα ωραιότερα πυροτεχνήματα που είχαμε δει στη ζωή μας!

έσκαγαν αθόρυβα στον σκοτεινό ουρανό, χιλιάδες χρώματα έρχονταν πάνω απ' το κεφάλι μας ανοίγοντας σαν αστέρια κι έπειτα, το κάθε αστέρι γινόταν κομήτης με μακριά ουρά.

"Ρώσοι θα 'ναι" είπε ο Χρόνης.
 τα κοιτούσαμε χαμογελώντας μέχρι που έσβυσαν.

στο δρόμο για το σπίτι, άρχισαν να πέφτουν βαρελότα λες κι ήταν πόλεμος: εκκωφαντικά "μπαμ" που σ' έκαναν ν' αναπηδάς απ' την τρομάρα.

"δεν μ' αρέσουν καθόλου τα μπουρλότα μαμά" είπε το Ραφάκι
"ποια δεν σ' αρέσουν μωρό μου;"
"τα μπουρλότα"

ο Χρόνης προπορευόταν, ακολουθούσαμε το Ραφάκι κι εγώ και πίσω μας το Ελενάκι μιλούσε στο τηλέφωνο -κλασσικά.

κι ήταν μόλις χτες βράδυ, Ανάσταση, μ' έναν αέρα παγωμένο, που όμως δεν κατάφερε να ψυχράνει την καρδιά μας, ούτε να σβύσει το Αγιο Φως απ' τις λαμπάδες μας.

ο Χρόνης έκανε με το κερί τον σταυρό πάνω στον παραστάτη της εξώπορτας και το κερί δεν το κρατούσε μονάχα το δικό του χέρι: ήταν μαζί και το χέρι του παππού, του αδερφού μου, το δικό μου πιο μετά -όταν ο αδερφός είχε παντρευτεί κι είχε φύγει πια απ' το σπίτι- και ήταν ευλογία.

αυτή η ίδια ευλογία, που εύχομαι να φωτίζει πάντα τη ζωή όλων μας.

Χριστός Ανέστη!
Χρόνια Πολλά!

Νίκος Π.

..κανείς εδώ δε τραγουδά
 κανένας δε χορεύει
 ακούνε μόνο την πενιά 
κι ο νους τους ταξιδεύει