Neil Hilborn - "OCD" Kinetic Typography aka το ομορφότερο ποίημα

“OCD” by Neil Hilborn.

The first time I saw her

everything in my head went quiet.

All the ticks, all the constantly refreshing images just disappeared.

When you have Obsessive Compulsive Disorder, you don’t really get quiet moments.

Even in bed, I’m thinking:

Did I lock the doors? Yes.
Did I wash my hands? Yes.
Did I lock the doors? Yes.
Did I wash my hands? Yes.

But when I saw her, the only thing I could think about was the hairpin curve of her lips

or the eyelash on her cheek—
the eyelash on her cheek—
the eyelash on her cheek.

I knew I had to talk to her.

I asked her out six times in thirty seconds.

She said yes after the third one, but none of them felt right, so I had to keep going.

On our first date, I spent more time organizing my meal by color than I did eating, or fucking talking to her

But she loved it.

She loved that I had to kiss her goodbye sixteen times or twenty-four times if it was Wednesday.

She loved that it took me forever to walk home because there are lots of cracks on our sidewalk!

When we moved in together, she said she felt safe, like no one would ever rob us because I definitely locked the door eighteen times.

I’d always watch her mouth when she talked—
when she talked—
when she talked—
when she talked

when she said she loved me, her mouth would curl up at the edges.

At night, she’d lay in bed and watch me turn all the lights off, and on, and off, and on, and off, and on, and off, and on, and off, and on, and off.

She’d close her eyes and imagine that the days and nights were just passing in front of her.

But some morning, I started kissing her goodbye but then she’d just leave because I was making her late for work.

When I stopped in front of a crack in the sidewalk, she just kept walking

When she said she loved me, her mouth was a straight line

She told me I was taking up too much of her time

Last week she started sleeping at her mother’s place.

She told me that she shouldn’t have let me get so attached to her; that this whole thing was a mistake, but,

How can it be a mistake when I don’t have to wash my hands after I touch her?

Love is not a mistake, and it’s killing me that she can run away from this and I just can’t.

I can’t go out and find someone new

Because I always think of her.

Usually, when I obsess over things, I see germs sneaking into my skin.

I see myself crushed by an endless succession of cars

And she was the first beautiful thing I ever got stuck on.

I want to wake up every morning thinking about the way she holds her steering wheel

How she turns shower knobs like she opening a safe.

How she blows out candles—
blows out candles—
blows out candles—
blows out candles—
blows out—

Now, I just think about who else is kissing her.

I can’t breathe because he only kisses her once—he doesn’t care if it’s perfect!

I want her back so bad,

I leave the door unlocked –

I leave the lights on.

Ανοιξη σχεδόν

ακούω Παυλίδη κι έξω έχει ήλιο.
ακούω Παυλίδη κι έρχεται το Ραφάκι και μ' αγκαλιάζει "μαμά μου!"

τη φιλάω στα ξανθά της μαλλιά
και τραγουδάω δυνατά
"κι είχαν γίνει κάτι σκύλοι
οι καλύτεροι μου φίλοι
και ο ήλιος αδερφός".

ο δικός μου αδερφός χαμογελάει εκεί πάνω 
στον αίθριο ουρανό που βρίσκεται
χαμογελάει κι απ' τη φωτογραφία του απέναντι μου
κι έχει μια γάτα στην αγκαλιά του.

ακούω Παυλίδη κι έξω έχει ήλιο.
έρχεται το Ραφάκι και μ' αγκαλιάζει "μαμά  μου!"

τη φιλάω γλυκά
"κι είχαν γίνει κάτι γρίλιες
οι καλύτερες μου φίλες
και ο ήλιος αδερφός".

τη σφίγγω στην αγκαλιά μου
"στην αυλή κάποιας κυρίας
αρετής ή ευτυχίας
έπεφτε λοξά το φως"

κι έξω είναι άνοιξη σχεδόν
κι ο κόσμος όλος ένα χαμόγελο 
χαμογελώ κι εγώ
και μόλις έχω κλείσει 
τα δεκάξι..


αυτή η άνοιξη που ήρθε μεσ' στον χειμώνα..

τα πρωινά παίρνω τον καφέ και το βιβλίο μου και κάθομαι δίπλα στο παράθυρο.
ο ήλιος μπαίνει και φωτίζει τις σελίδες, τα χέρια, την καρδιά μου.

μετά από λίγο έρχεται κι η Νέλλυ.
ανεβαίνει στο καρεκλάκι που έχω κρατήσει απ' τα παλιά και με κοιτάζει.
η Νέλλυ ξαπλώνει και κοιμάται στον ήλιο.

"ποιου τη ζωή θα ζούσες αν μπορούσες να διαλέξεις;" ρώτησα τον Χρόνη τις προάλλες.
"δεν ξέρω. εσύ;"
"του Salinger. μ' αρέσει η ζωή του Salinger. αγαπώ.."
"θες να το συζητήσουμε;"

τούτη η απρόσμενη άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα.

φωτίζει τις σελίδες του βιβλίου
φωτίζει το φλυτζάνι του καφέ
τα μουστάκια της Νέλλυς
φωτίζει την καρδιά μου.

κάθε πρωί
κάθομαι στην πολυθρόνα
στο παράθυρο δίπλα.

σε λίγο έρχεται η Νέλλυ

κι εμείς οι κοπέλες



Σήμερα είναι..

κι ακόμα κάνει κρύο.

τις νύχτες η Νέλλυ δεν με αφήνει να κοιμηθώ.
μπαινοβγαίνει στα σκεπάσματα μέχρι το πρώτο ξημέρωμα.
στο υπόλοιπο σπίτι.. ησυχία.

σηκώνομαι κι αφουγκράζομαι
ασυνείδητα περιμένω ν' ακούσω το Tardis να προσγειώνεται στο δρόμο κάτω απ' το μπαλκόνι.

"σιγά σιγά μεγάλωσα κι οι φίλοι μου χαθήκανε
άλλοι έγιναν γονείς κι άλλοι ψηλά αναπαυθήκανε"

σιγοτραγουδάω αφηρημένα
κι όταν αρχίζω να νυστάζω κλείνω το φως.

και να 'την η Νέλλυ που πάλι έρχεται
στέκεται ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου και
"ξανάρθα χαράματα για να σε συναντήσω
της γούνας μου τα ράμματα είπα να αφήσω πίσω"

μουρμουράει ρυθμικά γουργουρίζοντας.

άντε πάλι..

καφές αξημέρωτα
σειρές στην τηλεόραση
κι όταν ο ήλιος ανεβεί ψηλά

και είναι ακόμα Κυριακή
και κάνει ακόμα κρύο..