Φτάνει μόνο..

"φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
οι ομπρέλες του Χερβούργου στο Μαξίμ"
σιγοτραγουδάω καθώς μαγειρεύω - πλένω - απλώνω.

τελείωσε η άνοιξη των Χριστουγέννων και ήρθε η βαρυχειμωνιά.
χιόνια παντού.
απέναντι -στις τέντες των μπαλκονιών-
στα κεραμίδια του διπλανού σπιτιού
στις νερατζιές του δρόμου.

"φτάνει μόνο..."
αφηρημένα κοιτάζω απ' τη μπαλκονόπορτα 
ένα κόσμο έρημο.

χαμογελάω "να θυμάσαι και το φιλμ"
σκεπάζω την 'Ακκα που κρυώνει
-γέρασες αγάπη μου-
και ξέρω πως η Νέλλυ με βλέπει από κάπου
και με προσέχει.

έχει μια μελαγχολία ευπρόσδεκτη αυτή η εποχή της σιωπής:
ένα χαμόγελο που μένει μισό
οι βόλτες που έχουν σταματήσει πια
τα δειλινά που χάνουμε στην Αττική οδό·
όλα εκείνα που κάποτε μας έδιναν χαρά
τώρα έχουν χαθεί.

διαβάζω ξανά τα ίδια βιβλία
βλέπω ταινίες που έχω δει πολλές φορές
και περιμένω μια 'Ανοιξη που ίσως αργήσει να 'ρθει.

μα δεν πειράζει.
έχει μια μελαγχολία ευπρόσδεκτη ετούτη η εποχή
σιωπηλή
ήσυχη
με χαμόγελα μισά

και το Μαξίμ να παίζει ξανά και ξανά
τις Ομπρέλες του Χερβούργου.

όπως τότε που ήμασταν νέοι
όπως τότε που η ζωή μας ήταν
χρωματιστή.

Δημήτρης

 

 εφτά κιόλας χρόνια από τότε που "έφυγες"..

όμως ακόμα πηγαίνω στη φωτογραφία σου και σού μιλάω
ακόμα ξεχνιέμαι και μιλώ στον ενεστώτα για σένα.

σαν σήμερα τα γενέθλια σου.
θα έφερνες τούρτα, θα μαζευόμασταν, θα γελούσαμε
θα τραγουδούσα -όπως πάντα- παράφωνα
θα τσακωνόμασταν -όπως πάντα- αρμονικά
και όλα -όπως πάντα- θα ήσαν καλά.

σαν σήμερα..
σαν...


.................................................................

όταν η μεγάλη παρηγοριά είναι η δική μου θνητότητα.
όταν, θα βρεθούμε πάλι μαζί, όπως ήμασταν μέχρι χτες


Σκηνές από ένα lockdown

  

μια νοσταλγία που με τυλίγει σαν σύννεφο
για όλα εκείνα που δεν έζησα ακόμα.

"τα καλύτερα παιδιά" μουρμουράω στην Ακκα, στον Μάστορα, στη Μούσου 
όπως μπλέκουν στα πόδια μου και σκύβω να τα χαϊδέψω.

"χάνω τα καλύτερα μου χρόνια τόσους μήνες κλεισμένη μέσα!"
μού είπε πριν λίγο η Ραφαηλία καθώς της έφτιαχνα τσάι στην κουζίνα.

"εγώ..." 
ξεκίνησα να λέω και με διέκοψε εκνευρισμένη: "ξέρω, ξέρω! αλλά εγώ δεν είμαι εσύ κι εμένα δεν μου αρέσει να είμαι μ' ένα βιβλίο στο χέρι όλη μέρα, ούτε να βλέπω κάθε μέρα ταινίες, ούτε να κάθομαι σπίτι συνέχεια!"

χαμογέλασα και σέρβιρα το τσάι.
το πήρε και πήγε στο δωμάτιο της ξεφυσώντας και κλείνοντας την πόρτα πίσω της λες και ήμουν εγώ η αιτία του απαγορευτικού.

ανασήκωσα τους ώμους κι έβαλα ένα ακόμα φλυτζάνι καφέ.
μετά πήρα τη Μυρσίνη και κάθισα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα.

τότε ήρθε: μια νοσταλγία που με τύλιξε σαν σύννεφο 
για όλα εκείνα που δεν έζησα ακόμα.

κι αυτά δεν ήταν οι βόλτες και οι εκδρομές -ποτέ δεν ήταν άλλωστε.

ήταν η βεβαιότητα πως όλα θα πάνε καλά
πως τα παιδιά στη Σουηδία είναι εντάξει
πως η Ραφαηλία βγαίνει και γελάει χαρούμενη
κι ο Χρόνης μουρμουράει αλλά έρχεται να δούμε ξανά "παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε".

αναστέναξα, ήρθε η Μούσου αγκαλιά και μπήκαμε παρέα στο Tardis.

"μετά τα Χριστούγεννα του ’74, μια παλιά γνωστή μου με πλεύρισε κι αν ενδιαφερόμουν να γίνω μέλος στην Οργάνωσή της έπρεπε να συμπληρώσω ένα ερωτηματολόγιο..."

η Μυρσίνη
για άλλη μια φορά η Αρχαία Σκουριά
και η γη που στροβιλίζεται σ' ένα δικό της σύμπαν.

η Μούσου χασμουρήθηκε
εγώ χαμογέλασα
και τίποτα πια δεν είχε σημασία...