Breakfast in America

τσακώθηκα με τη Ραφαηλία, φάγαμε τα μουστάκια μας
αυτή σαν γάτα -γνήσιο αιλουροειδές- τεντώθηκε
αναδιπλώθηκε και να 'την έτοιμη ξανά για νέο ματς.

εγώ όμως, μια κουρασμένη ακροβάτις
τεντώθηκα, χασμουρήθηκα
και δήλωσα στον Χρόνη "δεν θα 'ρθω μαζί σας".

έτσι, έφυγαν οι δυο τους για μια υποχρέωση
που θα πηγαίναμε κι οι τρεις
κι έμεινα σπίτι.

βάζω τέρμα  Supertramp "breakfast in America"
τραγουδάω παρέα με τον Roger
και περνάω καλά.

να λοιπόν που για μια φορά
οι ακροβάτες κάνουν τούμπα σε τεντωμένο σκοινί
και τα καταφέρνουν
θαυμάσια..



Ισημερία


αυτή η εξομολόγηση γράφτηκε καιρό πριν: στην τότε επέτειο της Ισημερίας.
δε νομίζω να γράψω κάτι άλλο, διαφορετικό, ακόμα κι αν περάσουν πολλές επέτειοι.
άλλωστε, δεν θα μπορούσα να διατυπώσω καλύτερα αυτό που σημαίνει για μένα η Ισημερία.
αλλάζει μόνο ο αριθμός του κάθε χρόνου που περνάει.
όλα τα υπόλοιπα μένουν τα ίδια.
ακριβώς..



έχω μιλήσει ξανά για την Ισημερία και το λόγο ύπαρξης της.

έχω πει πως ό,τι γράφω εδώ, σε τούτο το ημερολόγιο, βγαίνει κατευθείαν απ' την καρδιά μου, χωρίς φίλτρο, χωρίς σκέψη σχεδόν.

μιλώ για το (πάντα ζωντανό) παρελθόν, για το παρόν, για τα όνειρα που προσδοκούμε, για τις ελπίδες μας.
μιλώ για τον καιρό που ήμουν πολύ νέα, για τον καιρό που ο Χρόνης κι εγώ ήμασταν παιδιά σχεδόν, όπου μόνη μας έννοια ήταν η εκδρομή του Σαββατοκύριακου κι οι διακοπές του Αυγούστου.
μιλώ για τα χρόνια που περάσαμε προτού έρθουν τα δικά μας παιδιά στη ζωή, αλλά και γι' αυτά που μας ολοκλήρωσαν, όταν γίναμε γονείς.

όμως πιο πολύ μιλώ, για τις μέρες τις σημερινές.
γι' αυτά που ζούμε τώρα.
τα καθημερινά.

όταν έφυγε η μητέρα μου, για χρόνια ολόκληρα κάθε φορά που η έλλειψη της γινόταν αβάσταχτη, πήγαινα στη μεγάλη ντουλάπα όπου ακόμα κρέμονταν τα ρούχα της τακτικά και με τ' άρωμα της τυλιγμένα, άνοιγα την πόρτα και χωνόμουν μέσα.

έτσι, η μαμά μου μ' αγκάλιαζε και με παρηγορούσε.

αυτό ακριβώς είναι η δική μου Ισημερία: μια αγκαλιά που τυλίγει και διακτινίζει άμεσα στο παρελθόν, μια αγκαλιά αγαπημένη.

όταν κάποτε έρθει η στιγμή που ο Χρόνης κι εγώ, θα φύγουμε απ' αυτή τη ζωή, τα κορίτσια θα διαβάζουν για την εποχή όπου όλα ήσαν εύκολα, όπου όλα ήσαν σωστά και κυλούσαν όπως πρέπει κι ας διαμαρτύρονταν "ε, μα δεν αντέχω άλλο!"

θα θυμούνται την εποχή που άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού και μέσα βρισκόταν πάντα ο μπαμπάς κι η μαμά, τα παιδικά χρόνια, τις Κυριακάτικες εκδρομές, τα πρώτα ποδήλατα, το πως αργά την Ανοιξη, ο πατέρας τις μάθαινε βουτιές και μακροβούτια στην παραλία της Αναβύσσου και πως η μητέρα καθόταν ώρες στην παραλία της Αίγινας με το βιβλίο στα χέρια και ένα φλυτζάνι ζεστό καφέ το κατακαλόκαιρο.

κι όποτε ξεφυλλίζουν τη δική μας Ισημερία, το παρελθόν θα γίνεται παρόν και το τότε, σήμερα.

όπως ακριβώς γινόταν όταν χρόνια πριν, άνοιγα τη μεγάλη, ξύλινη ντουλάπα της μαμάς μου και χωνόμουν δίχως δεύτερη σκέψη στην αγκαλιά της.

κι από όπου κι αν βρίσκομαι θα χαμογελώ μεσ' απ' τις γαλάζιες σελίδες της,

όπως ακριβώς πρωτοχαμογέλασα όταν έκανα την πρώτη μου ανάρτηση εδώ:

σαν σήμερα, πριν από έντεκα κιόλας χρόνια...

'Οπως παλιά


"όπως παλιά το τσιγάρο στα δύο.."
σιγοτραγουδούσα χτες στη βόλτα 
κι είχε συννεφιά
κι είχε ψύχρα
κι ήταν όμορφα.

"δες, η ομίχλη κατέβηκε χαμηλά" είπα στον Χρόνη, αλλά εκείνος οδηγούσε κι ούτε που έριξε μια ματιά.

"όπως παλιά το βιβλίο στα δύο.." 
συνέχισα να μουρμουράω χαζεύοντας το δρόμο
κι ήταν πραγματικά όπως παλιά.

εμείς οι δυο, η μηχανή μας και μια σκηνή.. Σίφνος, Μήλος, Σέριφος, Τζια.
τότε που το  "εμείς" γινότανε το κέλυφος που μάς χώριζε από τον έξω κόσμο.

αχ και να 'χα ένα τσιγαράκι
αχ και να ήμουν νέα ξανά

να ξυπνούσα στην σκηνή
ν' άναβα το μαύρο ζίπο και τον μεγάλο κίτρινο φακό
και να 'βλεπα πότε θα ξημερώσει..

"όπως παλιά την κουβέρτα στα δύο.."
..................................

"έλα, κατέβα.
φτάσαμε!"

'Ανοιξη


"άνοιξη Χρόνη, άνοιξη!"
"όχι και άνοιξη από τώρα"
"τι λες καλέ; δες! άνοιξη σού λέω!"
"ακόμα έχει ψύχρα. κρυώνεις μ' αυτόν τον καιρό"
"ε καλά. εσύ πάρε το σάλι σου και τυλίξου"
.....................................................

η φωτογραφία τραβηγμένη σήμερα τ' απόγευμα.
'Ανοιξη..

Do you love me?


"do you love me?"  
έβαζε ο dj του Leo κάθε βράδυ εκείνο το καλοκαίρι στην Αίγινα και ήταν τ' Αυγουστιάτικα βράδια με τ' άστρα να τρεμοσβύνουν πάνω απ' το κεφάλι μας και οι σκιές των πεύκων να μαυρίζουν και να υψώνονται μέχρι τον ουρανό, που θα μάς έκαναν να νοσταλγούμε τον Αύγουστο των νεανικών μας χρόνων σε όλη την υπόλοιπη ζωή.

καθόμασταν και χαζεύαμε την πίστα, έτριζαν τα χαλίκια κάτω απ' τα πόδια, ήμασταν νέοι κι όλα θα πήγαιναν καλά -δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά!

"do you love me?" σηκωνόντουσαν τα ζευγάρια, αγκαλιάζονταν και χόρευαν. οι υπόλοιποι κοιταζόμασταν κι όπως τέλειωνε η βραδιά βαριόμασταν να χορέψουμε ή να πάμε σπίτι.

"Beam me up, Scotty" ήταν μια καλή ιδέα σκεφτόμουν, αλλά που τέτοια τύχη.
κι όπως η disco του Leo ήταν μακριά, σίγουρα όλοι θα θέλαμε να μάς διακτινίσει ο mr Scott.

ένα λοιπόν από κείνα τα βράδια ο dj έβαλε ξανά το "do you love me".
κοιταχτήκαμε, αναστενάξαμε όσοι περιμέναμε ένα καλύτερο τραγούδι κι αρχίσαμε βαριεστημένα να μουρμουράμε μαζί του "Do you need me?".

τα ζευγάρια χόρευαν στη στρογγυλή πίστα, η ώρα ήταν περασμένη και μόνο το τραγούδι ακουγόταν και τα μουρμουρητά μας.

μέχρι που στο τέλος, στο "Do you love me?" της τραγουδίστριας απάντησε ο τραγουδιστής "I said I love you" και ξαφνικά πετάχτηκε ο 'Ακης που μέχρι εκείνη την ώρα άκουγε υπομονετικά και φώναξε αγανακτισμένος: "αφού στο είπε ο άνθρωπος δεκαπέντε χιλιάδες φορές "i love you!"  ΤΙ δεν καταλαβαίνεις;"

και ήταν τόση η ειλικρίνεια και ο θυμός του, που αρχίσαμε να γελάμε και να γελάμε και να γελάμε.

θυμάμαι..
ήταν όμορφα.
ήμασταν νέοι, ήταν καλοκαίρι και τ' άστρα τρεμόσβυναν πάνω από το κεφάλι μας.

τι άλλο να ζητούσε κάποιος..