Εγώ και συ μαζί..

-Ραφαηλία, έλα να σου βάλω τη ζακέτα σου. έπεσε ο ήλιος κι είσαι με το κοντομάνικο!
-δεν μπορώ, τώρα τραγουδάωω..
-τη γλώσσα θα σου ντύσω βρε; έλα δω που σου λέω!


η Ελένη καθόταν δίπλα μου και μασουλούσε μπισκότα.
όταν μ' άκουσε να φωνάζω στη Ραφαηλία για τη "γλώσσα", πνίγηκε κι άρχισε να βήχει και να γελάει ταυτόχρονα.

ο Χρόνης έκανε βουτιά στη θάλασσα κι έμεινε στήλη άλατος.
το καλοκαίρι, μόλις θα ζέσταιναν τα νερά, θα έβγαινε ξανά, και θα μας οδηγούσε, πίσω, στο σπίτι..

η Ραφαηλία χοροπηδούσε ακριβώς εκεί που πάφλαζε το κύμα κι η Ελένη πήρε τη φωτογραφική.
τράβηξε το Ραφάκι
κι ύστερα έκρυψε τις κάλτσες του πατέρα της μέσα στην άμμο.
(ένα δεκάλεπτο έψαχνε ο Χρόνης για να τις βρεί, προτού φύγουμε!)

στο γυρισμό, στο αυτοκίνητο, τα κορίτσια τραγουδούσαν το αγαπημένο τους τραγούδι: εγώ κι εσύ μαζί

ο ήλιος είχε πέσει και ήταν σούρουπο πια όπως περνούσαμε από τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης
"που είναι ο ήλιος;"
ρώτησα τον Χρόνη
"τ' είπες;"

μπορείς αν θες να βρεις πιο έξυπνους φίλους
να 'ναι μεγάλοι και πιο δυνατοί
μπορείς
αλλά να ξέρεις τη δικιά μου αγάπη
δεν θα στη δώσει φιλαράκο κανείς

τραγουδούσαν δυνατά τα κορίτσια κι έτσι, δεν μ' άκουσε

"ο ήλιος που είναι;" μίλησα δυνατότερα
"έφυγε. αυτό είναι το φως που άφησε"
"το λυκόφως"
"ναι"
"προτού βγει, πως λέγεται το φως;"
"λυκαυγές"
"σωστά. ξέρεις και ποιος γύρισε Το λυκόφως των θεών;"
"δεν θυμάμαι τώρα"
"δεν πειράζει. ούτ' εγώ"


ίσως αυτό, να ήταν προσβολή στη μνήμη του Λουκίνο Βισκόντι,
αλλά για μένα, μετά από τόσα χρόνια, μεγαλύτερη σημασία είχε πλέον το:
δυο φιλαράκια με μια ψυχή
εγώ κι εσύ μαζί..

κι ήταν παρήγορο, πως ενώ σκοτείνιαζε ο ουρανός, στο αυτοκίνητο μέσα ήταν φωτεινά
έτσι όπως τραγουδούσαν δυνατά τα κορίτσια:
εγώ κι εσύ μαζί..